Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Καπιταλισμός: Ένα σύστημα σε βαθιά παρατεταμένη κρίση

Ένα ενδιαφέρον άρθρο από το Δρόμο της Αριστεράς που αναλύει τη σημερινή κρίση και ως προς άλλες ...δημοφιλείς απόψεις που κυκλοφορούν στην αριστερά (ο πράσινος τονισμός δικός μας):

Η παγκόσμια κρίση είναι διαρκής

Οι καλοκαιρινοί οικονομικοί κλυδωνισμοί αναδεικνύουν το συστεμικό αδιέξοδο. 
Του Γιώργου Τσίπρα.

Ο Αύγουστος επεφύλασσε ένα ακόμη διεθνές χρηματιστηριακό τσουνάμι. Από το 2008 όταν ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση στις ΗΠΑ έχουν περάσει τρία χρόνια. Αντί της επαναφοράς των αγορών σε μια κάποια αισιοδοξία, τρία χρόνια διαγράφονται περισσότεροι κίνδυνοι. Οι κλυδωνισμοί διεθνείς και εθνικοί σε χρηματιστήρια και οικονομίες συνεχίζονται και δεν περιορίζονται στις ΗΠΑ και την ευρωζώνη. Τον προηγούμενο μήνα «κάηκαν» περισσότερα από 6 τρις δολάρια στα χρηματιστήρια, που ισοδυναμούν με το 10% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Θα ξεπεραστεί η κρίση του 2008;
Σε μια εκδήλωση του ΣΥΡΙΖΑ, τον Γενάρη του 2010, ένας από τους ομιλητές, γνωστός οικονομολόγος του ΣΥΝ, διαβεβαίωνε το ακροατήριο σχετικά με την τρέχουσα παγκόσμια οικονομική κρίση πως «θα ξεπεραστεί, όπως όλες οι καπιταλιστικές κρίσεις». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Ριζοσπάστης προσέγγιζε το ζήτημα ως μια από τις «τακτικές οικονομικές κρίσεις που έχουν περιοδικό χαρακτήρα», όπου με βεβαιότητα θα ακολουθήσει η ανοδική φάση του «οικονομικού κύκλου». Είτε πρόκειται για τον αγγλικό καπιταλισμό της εποχής του Μαρξ, δηλαδή των μέσων του 19ου αιώνα, είτε για τον παγκοσμιοποιημένο πλανητικό καπιταλισμό του 21ου αιώνα, θαρρείς πως δεν αλλάζει απολύτως τίποτα. Σε χώρους ιδιαίτερα της ευρωπαϊκής Αριστεράς αυτή η «νιρβάνα» απαντάται συχνά.
Τι είδους Αριστερά είναι αυτή, όμως, και ποιο μαρξισμό πρεσβεύει, όταν ακόμη και αστοί οικονομολόγοι, που υποστήριζαν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και τον ίδιο τον καπιταλισμό, κάνουν λόγο για βαθύ, συστημικό πρόβλημα χωρίς ορατή διέξοδο; Μήπως αυτοί οι φίλοι στην Αριστερά γνωρίζουν κάτι που εμείς οι υπόλοιποι δεν γνωρίζουμε; Στηρίζονται στην εμπεριστατωμένη μελέτη των σύγχρονων εξελίξεων; Κατά ένα μέρος, στηρίζονται ακριβώς στο κλείσιμο των ματιών στις σύγχρονες εξελίξεις ή ακόμη και σε όλη τη νεότερη εποχή του ιμπεριαλισμού. Στηρίζονται σε μια θεωρητίστικη, απαρχαιωμένη προσέγγιση του καπιταλισμού με όρους 19ου αιώνα. Κατά ένα άλλο μέρος, η σπουδή να προβλεφτεί το τέλος της κρίσης πηγάζει από το άγχος διαχωρισμού απ' αυτό που θεωρείται «καταστροφολογία» της σοβιετικής εποχής και άγχος κάθαρσης –τάχα- της επιστήμης του μαρξισμού από ιδεολογικά στοιχεία. Μόνο που επιστήμη σημαίνει μελέτη του συγκεκριμένου. Έτσι πέφτουν οι ίδιοι στο λάθος που προσάπτουν αλλού, αρνούμενοι από ιδεολογικό «κόλλημα» να αναγνωρίσουν τη σύγχρονη πραγματικότητα μιας βαθιάς, παρατεταμένης -κοντά τέσσερις δεκαετίες τώρα- και κατά κύματα επιδεινούμενης κρίσης υπερσυσσώρευσης, που μαστίζει τουλάχιστον τα τρία «δυτικά» κέντρα του παγκόσμιου καπιταλισμού (Β. Αμερική, Δ. Ευρώπη, Ιαπωνία), που το βαθύτερο μέχρι σήμερα επεισόδιο διανύουμε από το 2008.


Η ανίατη αρρώστια του καπιταλισμού

Όταν ξεσπούσε η κρίση του 1929, κανείς γνωστός τότε μαρξιστής δεν είχε σπεύσει να διαγνώσει πως «η κρίση θα ξεπεραστεί». Κι όμως, δεν είχε προηγηθεί μέχρι τότε τίποτα τόσο βαθύ και παγκόσμιο. Στη δεκαετία του '20, είχαν μάλιστα εμφανιστεί απόψεις που υποστήριζαν τη δυνατότητα του νεότερου καπιταλισμού να αποφεύγει τις κρίσεις. Αντίθετα, η κρίση του 1929 ήταν κάτι παραπάνω από την πανηγυρική διάψευση των απόψεων αυτών. Έδειχνε να αποτελεί σύμπτωμα και επιβεβαίωση μιας γενικής κρίσης και αποσύνθεσης του καπιταλισμού και όχι πια ζήτημα μίας ακόμη περιοδικής κρίσης, μίας απλά φάσης ενός ακόμη οικονομικού κύκλου κ.λπ. Η αναιμική ανάκαμψη και η νέα πτώση που ακολούθησε στη δεκαετία του '30, η πρωτοφανής καταστροφή του πολέμου και η μεταμόρφωση του κόσμου ως «λύση» δεν διέψευσαν την προσέγγιση εκείνη.
Με σημείο εκκίνησης τη δεκαετία του '70 και τις δύο πετρελαϊκές κρίσεις του '73 και '79, δεν είναι μόνο ότι ο δυτικός καπιταλισμός έχει αφήσει οριστικά πίσω του τη λεγόμενη μακρά περίοδο ανάπτυξης που ακολούθησε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο (βλ. τους πίνακες των ετήσιων ρυθμών του ΑΕΠ). Όπως κι αν επιθυμεί να το ορίσει κανείς -κρίση ή αλλιώς-, ο καπιταλισμός, εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες, εκδηλώνει ένα βαθύ πρόβλημα αναπαραγωγής με πιο φανερό σύμπτωμα τον επιδεινούμενο «βήχα» μέχρι πνιγμού των ρυθμών ανάπτυξης. Το πιο ουσιώδες σύμπτωμα του προβλήματος είναι ο χωρίς προηγούμενο καταστροφισμός παραγωγικών δυνάμεων και ολόκληρων χωρών ή και περιοχών του πλανήτη ως διαρκής όρος αποτροπής της κατάρρευσης (καταστροφισμός, στον οποίο ο πόλεμος είναι μέχρι τώρα μόνο ένα δευτερεύον μέσο), ο παρασιτισμός και το σάπισμα (με πιο έκδηλο φαινόμενο την οικονομία-καζίνο).
Αν θεωρήσουμε τα μέσα του 19ου αιώνα ως απαρχή του παγκόσμιου καπιταλισμού, η περίοδος στην οποία αναφερόμαστε καλύπτει περίπου το τελευταίο τέταρτο της ιστορίας του. Δεν μπορεί, λοιπόν, να χαρακτηριστεί πρόσκαιρη, ενώ την ίδια στιγμή ανώμαλη είναι κι όλη η προηγούμενη πορεία, με την εξαίρεση της μεταπολεμικής εικοσαετίας: τον πρώτο σπασμό με το Μεγάλο Πόλεμο του '14-'18 ακολουθεί πολύ σύντομα η Μεγάλη Κρίση του '29, νέος μεγάλος σπασμός με το δεύτερο πόλεμο, ενώ το ένα τρίτο του πλανήτη αποσπάται σε αντιεξουσίες κ.λπ. Αν ένα συστατικό του μαρξισμού είναι η πολιτική οικονομία του καπιταλισμού, τότε μαρξισμός σήμερα σημαίνει την πολιτική οικονομία του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού σε κρίση ή την πολιτική οικονομία της Κρίσης. Γιατί όλες οι πολιτικές των τελευταίων δεκαετιών είναι πολιτικές αντιμετώπισης της κρίσης.
Ένα επίκαιρο παράδειγμα: Έχει ανοίξει μια συζήτηση σε χώρους κυρίως της σοσιαλδημοκρατίας και της ευρωπαϊκής Αριστεράς για μια ρύθμιση που θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα της φανταστικής οικονομίας, που απειλεί να πνίξει την πραγματική. Ένα πρόβλημα εδώ είναι πως η προσφυγή στην άυλη κερδοσκοπία και η εκτίναξή της δεν προήλθε μόνο από την απληστία για περισσότερα και άμεσα κέρδη από μεγαθήρια, που δεν είχαν τη δυνατότητα προηγούμενα, αλλά κατά ένα μέρος απαντούσε ακριβώς στο πρόβλημα της ασφυξίας από την υπερσυσσώρευση στην πραγματική οικονομία. Η περιπέτεια του νόμου για τη μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος των ΗΠΑ, το προηγούμενο καλοκαίρι, σε συνθήκες που η κρίση απαιτούσε περισσότερο κι όχι λιγότερο «αέρα», είναι ενδεικτική. Απλώς δεν έγινε καμιά ουσιώδης αλλαγή.


Η κρίση, το «άυλο» και η περιφέρεια

Οξυγόνο του καπιταλισμού είναι η υπεραξία και μόνον αυτή. Η παραγωγή και πραγματοποίηση (μέσω της πώλησης των προϊόντων) υπεραξίας, δηλαδή απλήρωτης εργασίας στην παραγωγή. Ιστορικά δύο ήταν οι βασικές συστημικές ανάσες του καπιταλισμού στον 20ό αιώνα που διεύρυναν ταυτόχρονα τη δυνατότητα παραγωγής και πραγματοποίησης υπεραξίας σε διεθνή κλίμακα. Πρώτο, η γενίκευση σε βιομηχανική κλίμακα της επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας, που φτάνει μέχρι το λεγόμενο μετα-φορντικό μοντέλο στις μέρες μας. Δεύτερο, η διεύρυνση και ανάπτυξη ροών από την περιφέρεια προς τα κέντρα του δυτικού καπιταλισμού καθώς και το άνοιγμα στην πρώτη αγορών για τα προϊόντα των δεύτερων - διεύρυνση που εκτείνεται από το μεταπολεμικό νεοαποικισμό μέχρι τη σύγχρονη παγκοσμιοποίηση. Η μακρόχρονη κυματοειδής κρίση του σύγχρονου καπιταλισμού σηματοδοτεί την εξάντληση της προωθητικής δύναμης των δυο αυτών «επαναστάσεων», παρά το γεγονός ότι ιδιαίτερα η δεύτερη επιταχύνθηκε στο περιβάλλον της κρίσης με τις ιλιγγιώδεις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στις σχέσεις κέντρου-περιφέρειας κυρίως μετά την παράδοση του πρώην ανατολικού μπλοκ.
Το παγκόσμιο ΑΕΠ για το 2010 ανήλθε στα 62 τρισ. δολάρια. Τον Δεκέμβρη του ίδιου έτους, η αξία μόνο των εκτός χρηματιστηρίων παραγώγων, των οποίων έχει γνώση η BIS (Bank for International Settlements), και μόνο για τις χώρες του G10 συν την Ελβετία ανερχόταν στα 601 τρισ. δολάρια, περίπου η δεκαπλάσια από το παγκόσμιο ΑΕΠ - στο οποίο συνυπολογίζεται και η δραστηριότητα της φανταστικής οικονομίας και άρα η αναλογία είναι χειρότερη. Αφού πρώτα η ασφάλιση κινδύνου επεκτάθηκε σε χρηματιστικά προϊόντα (το άυλο στο τετράγωνο), η απογείωση των παραγώγων ξεκίνησε μετά τα μέσα της δεκαετίας του '90 επί Κλίντον. Ωστόσο, η απογείωση προς το άυλο πλην παραγώγων, η εμπορευματοποίηση, η χρηματιστικοποίηση, η απελευθέρωση κάθε είδους αγορών, η υπερχρέωση -ιδιωτική και δημόσια- και η χρεομηχανή (στην οποία είχε εμπλακεί και το πρώην ανατολικό μπλοκ, αλλά εκτινάσσεται κι εδώ μετά το '90) είχε προηγηθεί και αποτελεί τη βάση της οικονομίας-καζίνο, με την οποία τα χρηματοπιστωτικά μεγαθήρια ανά τον κόσμο σωρεύουν πλούτο στο χώρο της οικονομίας των χαρτιών, αποστραγγίζοντας την πραγματική οικονομία και προς τα κέντρα αποστραγγίζοντας την περιφέρεια. Η ελληνική εμπειρία της «ληστείας του χρηματιστηρίου» όπως και η τωρινή διεθνής κρίσης χρέους είναι ενδεικτική. Ιδιωτικοποίηση των κερδών και κοινωνικοποίηση των ζημιών σε εθνικό επίπεδο, διεθνοποίηση των κερδών και εθνικοποίηση των ζημιών. Η αναφορά σε ραντιέρηδες, για τους οποίους ο Λένιν έκανε λόγο 100 χρόνια πριν, έγινε της μόδας, σε μια εποχή που τα μεγέθη και η κυρίαρχη θέση των ραντιέρηδων δεν επιδέχονται καμία σύγκριση με την εποχή εκείνη. Η κρίση δημόσιου χρέους, που οξύνθηκε τα τελευταία δυο χρόνια ως επίκεντρο της κρίσης, δεν μπορεί να ιδωθεί ξέχωρα από τη συνολική εκτίναξη της οικονομίας των χαρτιών.
Ωστόσο, πριν από αυτό, και εδώ είναι το πιο σημαντικό, προηγείται η σχετική συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης μέσα στην ίδια τη λεγόμενη πραγματική οικονομία, έτσι που τα παράγωγα είναι τελικά η κορυφή του παγόβουνου.
Για παράδειγμα, η Vodafone Ελλάδας με τζίρο για το προηγούμενο έτος 1,1 δισ. ευρώ και κέρδη 275 εκατομμύρια, καλύπτει την υλικοτεχνική συντήρηση και λειτουργία του δικτύου της με το 10% περίπου του τζίρου της, ενώ το τεχνικό της προσωπικό που απασχολείται σε αυτό είναι λιγότερο από το 10% των περίπου δυόμισι χιλιάδων υπαλλήλων της. Με άλλα λόγια, χωρίς να αλλάξουν οι εργασιακοί όροι, το ίδιο ακριβώς υφιστάμενο δίκτυο θα μπορούσε θεωρητικά με κάποιες αφαιρέσεις μη-υλικοτεχνικές (σε μάρκετινγκ, διαφήμιση κ.λπ.) να λειτουργήσει περίπου με το 10% του κόστους και προσωπικού. Επιπλέον, ενώ η Vodafone κατέχει σήμερα το ένα τρίτο της αγοράς, θα μπορούσε με μια αύξηση του τεχνικού της προσωπικού μόνο κατά 50% -δηλαδή συνολικά με λίγες εκατοντάδες εργαζόμενους- να εξασφαλίσει τη λειτουργία όλης της κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα, που σήμερα τζιράρει το 2% του ΑΕΠ και αποσπά πολλαπλάσιο ποσοστό από την τσέπη μιας λαϊκής οικογένειας. Το μεγαλύτερο μέρος των αποκαλούμενων τηλεπικοινωνιακών κολοσσών είναι απλώς «αέρας». Αυτή είναι μια όψη του σαπίσματος της σύγχρονης καπιταλιστικής οικονομίας, εσωτερική του «πραγματικού» της σκέλους, πριν ακόμη φτάσουμε στη χρηματιστικοποίηση, στα παράγωγα κ.λπ.
Για την κυρίαρχη οικονομική σκέψη δεν υπάρχει η έννοια του «αέρα», όπως και της «υπεραξίας», και δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα χρηματιστικά κέρδη ή τους τόκους και στα κέρδη μιας επιχείρησης που παράγει βιομηχανικά προϊόντα. Έτσι και οι κρίσεις είναι μοιραία «ουρανοκατέβατες» και οι μαθητές ανεπίδεκτοι μαθήσεως. Κατ' αναλογία, άλλοι που αναφέρονται στην υπεραξία και στο μαρξισμό δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα σε μια τράπεζα και μια βιομηχανία («οι τράπεζες παράγουν υπεραξία») ή βαφτίζουν συλλήβδην εργατική τάξη όλους τους μισθωτούς κ.λπ. Ωστόσο, η σχετική συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης, παρά τη σχετική μεγέθυνση του παγκόσμιου προλεταριάτου, την καπιταλιστικοποίηση της περιφέρειας και την εξέλιξη των τεχνολογικών μέσων, είναι ένα ζήτημα που αναζητά επίμονα την ερμηνεία του, αν δεν είναι η απόδειξη του συστημικού προβλήματος και της ασφυξίας που κατατρέχει το σύγχρονο καπιταλισμό στην πραγματική του οικονομία, στην παραγωγή και πραγματοποίηση υπεραξίας.
Υπάρχουν σήμερα στην περιφέρεια, ιδιαίτερα στη νότια και νοτιοανατολική Ασία αλλά και σε τμήματα της Λατινικής Αμερικής ή της Κίνας, στην Αίγυπτο κ.λπ., μερικές εκατοντάδες εκατομμυρίων ανειδίκευτων εργατών γης και μικρής ή μεγάλης βιομηχανίας, χαμηλής ή μηδενικής τεχνικής σύνθεσης, με άθλιες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης, που είναι σχεδόν «εξαφανισμένοι» ακόμη και ως εικόνα από το δημόσιο πολιτικό λόγο. Το γνωστό από παλιά παράδειγμα της Nike, όπου για κάθε 100 δολάρια παπουτσιών στις ΗΠΑ ο Ινδονήσιος εργάτης παίρνει περίπου 1 δολάριο, είναι μία από τις πολλές όψεις. Μαζί με μερικές ακόμη εκατοντάδες εκατομμυρίων των υπολοίπων εργατών στις ίδιες και άλλες χώρες της περιφέρειας και των κέντρων παράγουν το σύνολο του παγκόσμιου υλικού πλούτου, πάνω στον οποίο κανιβαλίζουν, διαχειρίζονται, απομυζούν, ληστεύουν, καταστρέφουν οι κορυφές της παγκόσμιας οικονομίας με προεξέχοντα τα χρηματοπιστωτικά μεγαθήρια. Οι εργαζόμενοι αυτοί ζουν κατά περίπτωση σε ωκεανούς διευρυνόμενης προλεταριοποίησης, εξαθλίωσης, μαζικής εξόδου από την ύπαιθρο προς τις παραγκουπόλεις, κοινωνικού αποκλεισμού.
Αν η καπιταλιστική αγορά σε παγκόσμια κλίμακα διευρύνθηκε λόγω της ανάπτυξης του καπιταλισμού στην περιφέρεια και διευρύνεται λόγω της εμπορευματοποίησης και της απελευθέρωσης, διευρύνεται ως «αγορά πλην δούλων» με ολοένα διευρυνόμενο το «πλην δούλων», και αυτό αφορά και τα κέντρα ως σύμπτωμα της κρίσης και μακροπρόθεσμα δημιουργεί όρους βαθέματος της κρίσης. Έτσι, το πλιάτσικο και η δημιουργία όρων καταρρέουσας Ανατολικής Ευρώπης για την Ελλάδα θα δημιουργήσει επίσης και μια Ελλάδα-μικρότερη αγορά, π.χ. για τα γερμανικά προϊόντα. Απ' την άλλη, το επιτυχές πείραμα της Ανατολικής Ευρώπης, δηλαδή της διαχείρισης σχετικά υψηλής μόρφωσης και ειδίκευσης εργατικής δύναμης με όρους περιφέρειας, θα πιέζει για αντίστοιχους πειραματισμούς όχι μόνο σε χώρες όπως η Ελλάδα αλλά και στα κέντρα.



Οι «αυταπάτες» της διεξόδου από την κρίση

Οι οικονομικοί κύκλοι της παγκόσμιας οικονομίας την τελευταία 35ετία είναι κύκλοι επιδείνωσης της κρίσης, όπου ο διαρκής καταστροφισμός κατά κύματα θυμίζει τις ανθρωποθυσίες των Ίνκας, ώστε να ευφραίνεται το τέρας της παγκόσμιας αγοράς. Οι αρχές και τα τέλη, δηλαδή τα γυρίσματα των δεκαετιών από το '73 μέχρι σήμερα, έλκουν τις μεγάλες διεθνείς υφέσεις και πτώσεις, αλλά αυτό δεν λέει πολλά κι ακόμη λιγότερα λένε οι πτώσεις του Dow Jones και το κάψιμο χαρτιών. Έτσι η Λατινική Αμερική ολόκληρη γνώρισε επίμονους αρνητικούς ρυθμούς από την αρχή της Κρίσης μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '90, καθώς οι ΗΠΑ ξεφόρτωναν τη δική τους κρίση. Η Ανατολική Ευρώπη γνώρισε μια δραματική συρρίκνωση και απαξίωση των οικονομιών και του παραγωγικού της δυναμικού από το '88 μέχρι τα μέσα της επόμενης δεκαετίας, που στα τέλη της ήρθε η σειρά για τις τίγρεις και τους δράκοντες της Νοτιοανατολικής Ασίας, και μένει να δούμε αν στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του αιώνα χτύπησε η καμπάνα για την περιφέρεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ποιον άλλον ακόμη. Αυτά είναι απλώς τα πιο «μαζικά» γεγονότα, χωρίς να ξεχνάμε τις πιο μεμονωμένες καταρρεύσεις χωρών, και κυρίως τις πιο εντοπισμένες σε ζώνες περιπτώσεις πιο αργής αποβιομηχάνισης, υπερχρέωσης κ.λπ. Για παράδειγμα, η δεκαετία του ευρώ για τη χώρα μας καταγράφεται τυπικά ως δεκαετία ανάπτυξης... Η δεκαετία αυτή, όμως, ήταν και διεθνώς μια δεκαετία που πολλοί ξεγελάστηκαν και πολλά μυαλά πήραν αέρα, καθώς δούλεψε στο φουλ το τρομπάρισμα της παγκόσμιας οικονομίας με αέρα, και βέβαια το νέο επεισόδιο της Κρίσης ήταν ήδη και θα είναι πιο παταγώδες και μακρόχρονο.
Η παρατεταμένη και κατά κύματα επιδεινούμενη και καταστροφική οικονομική κρίση, για την οποία δεν προκύπτει κάποια χειροπιαστή διέξοδος για το σύγχρονο καπιταλισμό, δεν είναι ένα ιδεολογικό στοιχείο αλλά ένα αναγνωρίσιμο στοιχείο της πραγματικότητας, που έχει άμεση πολιτική σημασία. Έτσι, για την Ελλάδα, το στοιχείο της παγκόσμιας κρίσης, ιδιαίτερα με τη σφοδρότητα που χτυπά την Ευρωζώνη, περιορίζει ακόμη περισσότερο τις ρεαλιστικές επιλογές για τη χώρα, στον αντίποδα των επιλογών που κυριαρχούν, αλλά αυτό δεν εκφράζεται στον πολιτικό λόγο τουλάχιστον των δυο μεγάλων κομμάτων της Αριστεράς. Βέβαια, πριν απ' αυτό υπήρξαν άλλες παρανοήσεις, π.χ. για τον ελληνικό καπιταλισμό και την Ε.Ε., που παίζουν μεγαλύτερο ρόλο στη στάση που κρατήθηκε και κρατιέται από την Αριστερά.
Το ΔΝΤ σε έκθεσή του το 2006 κάνει την πρόβλεψη ανάπτυξης για τα χρόνια μέχρι το 2011 που φαίνεται στο σχετικό πίνακα. Το πρόβλημα δεν είναι η μη πρόβλεψη του νέου υφεσιακού επεισοδίου, αλλά η φανερή απογείωση από την πραγματικότητα και η «νιρβάνα» που είναι μόνιμος κάτοικος της κυρίαρχης οικονομικής σκέψης.
Στην Αριστερά;

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

All that jazz, η Αριστερά του Ευρωομολόγου

του Σπύρου Μαρκέτου

Στην αξέχαστη ταινία Αll That Jazz, του Μπομπ Φος, πρωταγωνιστής είναι ένας γοητευτικός και ανυπόταχτος σκηνοθέτης, που τον παίζει ο Ρόυ Σάιντερ. Η ζωή που κάνει τον σκοτώνει: γυναίκες, ποτά, τσιγάρα, ξενύχτια, και πολλή πολλή δουλειά. Η καρδιά του τον προειδοποιεί, αλλά εκείνος φυσικά δεν κόβει τίποτε απ’ όλα αυτά, ώσπου επέρχεται το μοιραίο. Στην πορεία όμως ο ήρωας αλλάζει. Αποστασιοποιείται από το εφήμερο, μέσα στο οποίο ως τότε κολυμπούσε σαν το ψάρι στο νερό. Όχι απλώς πεθαίνει σοφότερος, αλλά συνάμα αποστάζει, από τον ίδιο τον τρόπο που βιώνει την πορεία προς το τέλος, το ύστατό του έργο, το αριστούργημά του. Στοχάζεται όσα νιώθει, ώσπου τα μεταμορφώνει σε αξέχαστη τέχνη.

Όπως τα αναλύει σιγά σιγά, πέντε συναισθήματα κυριαρχούν διαδοχικά σ’ αυτή την αμείλικτη πορεία: οργή, άρνηση, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη και αποδοχή. Αρχικά θυμωμένος που εμφανίζεται ο θάνατος ενώ είχε τόσο πολλά ακόμη να κάνει στη ζωή του, έπειτα ο ήρωας αρνείται ότι οι προειδοποιήσεις είναι πραγματικές. Μετά θέλει να διαπραγματευτεί, ζητά χρόνο. Όταν και η διαπραγμάτευση αποδεικνύεται μάταιη, έρχεται η κατάθλιψη, ώσπου ακολουθεί η συμφιλίωση με την πραγματικότητα, η αποδοχή του μοιραίου. Στο μεταξύ η ζωή του έχει πλουτίσει με διαστάσεις που της έλειπαν προηγουμένως, και η τέχνη του κορυφώνεται. Γι’ αυτό και το τέλος γίνεται τραγικό.

Υπάρχει περίπτωση άραγε ν’ αποκτήσει τέτοιες τραγικές διαστάσεις και η αυτού μεγαλειότης το ευρώ, καθώς ψυχορραγεί; Λέτε τώρα πια, στα τελευταία του, ν’ αλλάξει συνήθειες και χαρακτήρα, και από εργαλείο αποθησαυρισμού μιας απειροελάχιστης ελίτ τραπεζιτών να γίνει όργανο φιλολαϊκής αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου, σύγκλισης βορά και νότου, εμπέδωσης της κοινωνικής δημοκρατίας απ’ άκρη σ’ άκρη της ευρωζώνης, και σωτηρίας της ευρωπεριφέρειας, της ίδιας που αυτό ακριβώς έσυρε αδίστακτα και προγραμματισμένα στην κρίση; Με μέσο, ίσως, το ευρωομόλογο; Λέτε μάλιστα να μπορέσει να σωθεί χάρη σε μια τέτοια συγκλονιστική μεταστροφή, ν’ αναγεννηθεί στο δρόμο προς τη Δαμασκό, να γίνει ευρώ του λαού;

Κάτι τέτοιο υποστηρίζουν, δημόσια τουλάχιστον, αυτοί που εξακολουθούν να το θέλουν βασιλιά στη χώρα μας, από τον πρωθυπουργό και τον επίδοξο αντικαταστάτη του στα δεξιά, μέχρι τον κ. Τσίπρα (που διεκδικεί μάλιστα την πατρότητα της ιδέας του ευρωομόλογου) και τον κατά τα λοιπά συμπαθή τέως λογογράφο του πρωθυπουργού, Γιάννη Βαρουφάκη, στ’ αριστερά. Ένα ευρώ των λαών, στηριγμένο στον ανεξάντλητο πακτωλό των ευρωομολόγων. Αφού δεν ενώνονται πολιτικά οι ευρωπαϊκοί λαοί, ας ενώσουνε τουλάχιστον τα χρέη τους. Ισότητα στο χρέος! Αν τώρα πια εγκαταλείφθηκε ακόμη και ως ρητορικός τόπος η κοινωνική δικαιοσύνη, τουλάχιστον ας βρούμε κοινά επιτόκια δανεισμού. Κάτω οι διακρίσεις! Καιρός ν’ αρχίσουν να μας εκμεταλλεύονται ισότιμα και δίκαια οι τραπεζίτες. Απαιτούμε και θα επιβάλουμε τούτη τη ρεαλιστική μεταρρύθμιση! Θα μπορούσε ποτέ να βρει καλύτερη διεκδίκηση η αριστερά;

Αρκεί να βάλουν στα κατάλληλα χαρτάκια την υπογραφή τους ο Τρισέ και οι πρωθυπουργοί, φαντάζονται οι οπαδοί του ευρωομόλογου, και το πρόβλημα του δημόσιου χρέους θα λυθεί. Αντί οι λαοί να κινηθούν για ν’ αλλάξουν τους όρους του παιχνιδιού, διαγράφοντας το χρέος, αρκεί οι εκλεγμένοι τους αντιπρόσωποι να υποβάλουν ευσεβάστως το ριζοσπαστικό αίτημα του κοινού ομόλογου στις αρμόδιες αρχές, κι εκείνες θα κάνουν τις κατάλληλες τεχνοκρατικές κινήσεις και το πρόβλημα θα εξατμιστεί. Το ευρώ θα σταθεί ξανά όρθιο, το ίδιο και οι αναξιοπαθούντες τραπεζίτες, που θα συνεχίσουν να εισπράττουν κανονικά τα τοκοχρεωλύσιά τους. Ευρώ ροδαλό, τράπεζες χορτάτες, τι άλλο πια μπορεί να θέλει η αριστερά; Ποιός άλλος δηλαδή θα σώσει το ευρώ και τις τράπεζες; Μήπως οι σημερινές κυβερνήσεις, που άλλο δεν καταφέρνουν ως τώρα παρά να τις φουντάρουν;

Οι ύμνοι του ευρωομόλογου πάντως παιανίζονται στην ελάσσονα συνήθως κλίμακα, όχι στη μείζονα. Η στρατηγική πωλήσεων, εύστοχα, βασίζεται στην καλλιέργεια φόβου, νάρκωσης και αδιαφορίας μάλλον παρά ενθουσιασμού. Παρουσιάζεται σαν κάτι το ασήμαντο, για το οποίο δεν αξίζει να μαλώνουμε. «Το ζήτημα δεν είναι το νόμισμα ή το ευρωομόλογο», γράφει ένας καλοπροαίρετος αριστερός, «αλλά η επιβίωση της κοινωνίας· ας μην ψάχνουμε λοιπόν διαχωριστικές γραμμές». Στο ίδιο μήκος κύματος και ο αρμόδιος για την οικονομική πολιτική του Συνασπισμού: «Το πραγματικό δίλημμα για τις δυνάμεις της εργασίας και τα κοινωνικά κινήματα δεν είναι η επιλογή εθνικού νομίσματος».[1] Να συσπειρωθούμε επιτέλους, παραμερίζοντας τις ανούσιες διαφορές που μας χωρίζουν· τίποτε δεν θα είναι πιο πειστικό και αποτελεσματικό από μια αριστερά που, ενωμένη, θα υποστηρίζει ταυτόχρονα και το ευρωομόλογο και τη δραχμή.

Μετά τη συνάντηση Μέρκελ-Σαρκοζύ, που έβγαλε το ευρωομόλογο από την άμεση ατζέντα των κυβερνώντων, κινδυνεύουμε να το δούμε σύνθημα της λεγόμενης ευρωπαϊστικής αριστεράς. Ελάχιστα θ’ αφορά την Ελλάδα, που μάλλον θα έχει εκπαραθυρωθεί από τον οίκο του ευρώ προτού αυτός καταρρεύσει σαν τον οίκο των Ώσερ. Ωστόσο η ιδέα αυτή είναι ένα ανέκδοτο. Δεν απαντά στα βασικά προβλήματα της κρίσης, έχει άλυτες εσωτερικές αντιφάσεις, και είναι πολιτικά αδύνατο να περπατήσει. Ότι ασχολείται μαζί του η ευρωκρατική ελίτ, δείχνει απλώς την αμηχανία της μπροστά στο αδιέξοδο. Ακόμη και αν εφαρμοστεί, μερικούς μήνες μετά θα προκαλέσει ακόμη χειρότερη κρίση. Η ζωή ενός κοινού ομόλογου δεν θα είναι ούτε μακριά ούτε ανέφελη· βασικός σκοπός του, να ναρκώσει τις κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις, του λαού αλλά και των ίδιων των αστών, ώσπου να βρεθούν λιγότερο πρόσκαιρες λύσεις. Φυσικά αυτά τα ξέρουν και οι υποθετικοί αγοραστές του, γιατί ένα ομόλογο δεν αρκεί να το εκδόσεις, πρέπει να βρεθούν και κάποιοι που θα τούς το πουλήσεις, και αυτοί οι κάποιοι, ακριβώς επειδή δεν βλέπουν ενιαία και ασφαλή πολιτική εξουσία που να το στηρίζει, απαιτούν εξωφρενικές αποδόσεις. Τα ξέρουν και τα τονίζουν και οι σώφρονες συντηρητικοί αντίπαλοι της ιδέας. Η δήθεν ευρωπαϊστική αριστερά όμως αρνείται να καταλάβει πως λύση δεν είναι να βρεθούν νέα τρυκ για να πληρωθούν οι τοκογλύφοι, αλλά να πάψουν επιτέλους να πληρώνονται. Όχι ευρωομόλογο, αλλά Δεν χρωστάμε, δεν πουλάμε, δεν πληρώνουμε.

Με δυο λόγια το ευρωομόλογο είναι, για να χρησιμοποιήσουμε έναν επίκαιρο όρο των ημερών, μπάφος. Ένα παραισθησιογόνο που βοηθά ώστε η κοινωνική και η πολιτική αντιπολίτευση, ο δρόμος και η αριστερά, να μένουν χωριστά και κοιμισμένες. Ξέρετε όμως γιατί είναι ιδιαίτερα θλιβερό να βλέπεις αριστερούς να πέφτουν και σ’ αυτή την παγίδα; γιατί καταλαβαίνεις ότι εξακολουθούν να ελπίζουν σε μαγικές λύσεις, και ιδίως είναι έτοιμοι να καταπιούν ακόμη και τη χειρότερη ανοησία, αρκεί να οδηγεί τον κόσμο σε αποκινητοποίηση. Νοσταλγούν το χτες και φοβούνται το αύριο, τρέμουν ακόμη και στη σκέψη ότι έχουμε μπει σε μια νέα ιστορική περίοδο πόλωσης και συγκρούσεων που απαιτεί κριτική εγρήγορση και μαζική κινητοποίηση, ξεχνούν ότι νόημα ύπαρξης έχει η αριστερά μόνον όσο παλεύει για την αξιοπρέπεια και την ένωση και τη σωτηρία του λαού, δυο χρόνια τώρα ντρέπονται να μιλήσουν για στάση πληρωμών και διαγραφή του χρέους, και αρνούνται να φωνάξουν, μαζί με τον κόσμο της πλατείας, «Δεν χρωστάμε, δεν πουλάμε, δεν πληρώνουμε».

Αυτή η αριστερά, που φοβάται και θλίβεται για το θάνατο του ευρώ, τώρα βρίσκεται στο μεσαίο στάδιο, μαζί με αρκετό άλλο κόσμο βέβαια. Διαπραγματεύεται, προσπαθεί μάταια να κερδίσει χρόνο. Πολλοί άλλοι, σ’ όλη την Ευρώπη, έχουν ήδη περάσει στο στάδιο της κατάθλιψης· είναι οι συνήθως λαλίστατοι αναλυτές που τώρα πλέον μιλούν επί παντός επιστητού εκτός από τις τύχες του κοινού νομίσματος, καθώς και οι λεγόμενοι επενδυτές που κατά μάζες ψηφίζουν με τα πόδια, εγκαταλείποντας το ευρώ για την ασφάλεια του χρυσού και του ασημιού. Αρκετοί πάλι έχουνε μείνει στο στάδιο της άρνησης· για παράδειγμα, η ελληνική κυβέρνηση που, ενώ ολόγυρά της η ευρωζώνη διαλύεται, κουτοπόνηρα παριστάνει πως όλα προχωρούνε σύμφωνα με το σχέδιο κι ετοιμάζεται μάλιστα, βάζοντας μπουρλότο στα πανεπιστήμια, ν’ ανοίξει νέα μέτωπα. Αλλά πιο ενδιαφέρον απ’ όλα είναι το στρατόπεδο των οργισμένων.

Δεν θα περίμενε κανείς ν’ ανήκουν σ’ αυτό το στρατόπεδο εκείνοι που παίρνουν τις κρίσιμες αποφάσεις, αλλά στην πραγματικότητα αυτό συμβαίνει. Ο Τρισέ, η Μέρκελ και ο Σαρκοζύ, μαζί τους και οι άχρωμες στρατιές των αυλικών και των μυστικοσυμβούλων τους, δεν ήταν προετοιμασμένοι ν’ αντιμετωπίσουν τέτοιες καταστάσεις που τους ξεπερνούν. Βλέποντας πως το ευρώ σκάζει στα δικά τους χέρια, δεν είναι καθόλου μα καθόλου ευχαριστημένοι. Δεν έχουν όραμα, δεν ξέρουν τι θέλουν, δεν ξέρουν τι να κάνουν, πόσο μάλλον πώς να το κάνουν. Και έτσι μαστιγώνουν τα κύματα.

Οι ευρωκράτες πληρώνουν τώρα την οικονομική αλαζονεία τους, ανάλογη της στρατιωτικής αλαζονείας που οδήγησε τους αμερικανούς στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Κυβερνούν ένα τεράστιο σκάφος, ένα αεροπλανοφόρο που μπροστά του μεριάζουν καίκια και βαρκάκια. Λίγο καθυστερημένα αντιλαμβάνονται ότι το έριξαν σε ξέρα, και θα τούς ζητηθούν ευθύνες. Εμβρόντητοι, γιατί βέβαια δεν διαβάζουν ούτε Ντέηβιντ Χάρβεϋ ούτε Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν, τώρα έχουν αγριέψει. Θέλουν ν’ αντιμετωπίσουν την κρίση με επιδείξεις πυγμής, πάνω κάτω όπως ταχτοποιεί τους βρετανούς ταραξίες ο Κάμερον. Φυσικά, το μόνο που καταφέρνουν είναι να την χειροτερεύουν. Κεντρικό τους μέλημα η προστασία του ευρώ, των τραπεζών και των χρηματιστηρίων; ήδη ανατινάζουν το κοινό νόμισμα, σβήνουν κάθε εμπιστοσύνη στις τράπεζες και καταβαραθρώνουν τις μετοχές. Στις συνθήκες που δημιουργούν η αριστερά θα μπορούσε να πρωταγωνιστήσει, αν δεν ήταν τόσο κοιμισμένες οι ηγεσίες της.

Αντί ν’ αναλώνεται η κοινοβουλευτική αριστερά σε μάχες υπέρ του ευρώ και των ευρωομόλογων, θα έπρεπε εδώ και πολύ καιρό να δίνει τις αληθινές μάχες, μάχες ιδεών και μάχες στις πλατείες. Πρώτο και αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής μάχης είναι βέβαια η έξοδος από το ευρώ, που θα μας ξαναδώσει δική μας νομισματική και δημοσιονομική πολιτική. Αλλά βέβαια αυτό δεν αρκεί· κανείς δε νοσταλγεί τη δραχμή του Ανδρέα και του Σημίτη. Μια φιλολαϊκή οικονομική πολιτική χρειάζεται μια νέα Τράπεζα της Ελλάδας, δημόσια και όχι ιδιωτική όπως η σημερινή, η οποία θα εκδίδει το εθνικό νόμισμα και θα ελέγχει την ισοτιμία του υπό δημοκρατικό έλεγχο. Οι αποφάσεις της κεντρικής τράπεζας επηρεάζουν άμεσα το ύψος της ανεργίας και άλλα ζητήματα στα οποία επιβάλλεται να έχει φωνή ο λαός. Χωρίς πολιτικό έλεγχό της, δημοκρατία δεν νοείται.

Η αριστερά πρέπει επίσης ν’ απαιτήσει, πολύ πιο βροντερά απ’ όσο τώρα κάνει, την κοινωνικοποίηση όσων τραπεζών δεν επιβιώνουν χωρίς κρατική ενίσχυση, δηλαδή πρακτικά όλων, ώστε αφενός να πάρει από τα χέρια της ισχυρότερης σήμερα μερίδας καπιταλιστών τη θεσμική βάση της εξουσίας τους, και αφετέρου ν’ ανοίξει το δρόμο για την ανοικοδόμηση της οικονομίας με δημοκρατικό σχεδιασμό, έλεγχο των κεφαλαιακών ροών και εξίσωση των απολαβών. Επιστρέφοντας στη δραχμή και σχίζοντας τον ευρωζουρλομανδύα μπορούμε να σταματήσουμε την επέλαση του καπιταλισμού και να δημιουργήσουμε βάσεις για έξοδο από αυτόν. Αδύνατο να γίνουν αυτά μέσα στο ευρώ, να ποιό είναι το απλό μας επιχείρημα. Αλλά δεν είναι και σίγουρο ότι θα γίνουν έξω από αυτό, δεν πρόκειται να γίνουν χωρίς αγώνα.

Βγαίνουμε από το ευρώ, παύουμε να πληρώνουμε τους τοκογλύφους και διαγράφουμε το χρέος, κοινωνικοποιούμε το τραπεζικό σύστημα, και ανοίγουμε δρόμο για τη διατροφική και ενεργειακή επάρκεια, την αποανάπτυξη και την άνθιση της συλλογικότητας. Σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης και ραγδαίας άρσης των οικονομικών ανισοτήτων. Αν όχι τώρα, πότε; Όλα αυτά όμως δεν μπορούν να γίνουν χωρίς ρήξεις. Ολοένα περισσότερος κόσμος το καταλαβαίνει, και κατεβαίνει με πάθος στις πλατείες, αλλά όχι η δήθεν ευρωπαϊστική, στην πραγματικότητα απλώς συντηρητική, ηγεσία του Συν. Η οργή των αρχόντων μας δίνει μια ιστορική ευκαιρία να προωθήσουμε τούτο το πρόγραμμα· αν την χάσουμε, γινόμαστε Κίνα. Τόσο απλό είναι το δίλημμα που έχουμε μπροστά μας.

[1] Γιάννης Μηλιός, « Οι ταξικές στρατηγικές έχουν γίνει φανερές. Ας το εκμεταλλευτούμε!», Αυγή, Κυριακή 21 Αυγούστου 2011.
πηγή: http://ilesxi.wordpress.com/2011/08/21/all-that-jazz-%CE%B7-%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AC-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CF%85%CF%81%CF%89%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85/

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

Οργή σαρώνει την Αγγλία

της Αριάδνης Αλαβάνου [πηγή: Αριστερό Βήμα]
Όπως στα παρισινά προάστια το 2005 και στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 2008, αλλά ταυτόχρονα και διαφορετικά, η έκρηξη της νεανικής οργής σαρώνει πολλές πόλεις της Αγγλίας ύστερα από την εν ψυχρώ δολοφονία του 29 χρονου Λονδρέζου Μαρκ Ντάγκαν από την αστυνομία, τα ψεύδη που διέσπειραν στα ΜΜΕ ότι πυροβόλησε πρώτος και την επίθεση στους συγγενείς και συμπολίτες του που είχαν μαζευτεί ειρηνικά έξω από το αστυνομικό τμήμα ζητώντας εξηγήσεις για το θάνατό του. Από το περασμένο Σάββατο, η αναταραχή έχει εξαπλωθεί στο Λονδίνο, Μπρίστολ, Λιντς, Λίβερπουλ, Νότιγχαμ, Μπίρμινχαμ, ,Μάντσεστερ, Σάλφορντ Γουέστ Μπρόμγουιτς και Γούλβερχαμπτον στα Μίντλαντς, όπου γίνονται εκτεταμένες ταραχές και συγκρούσεις κυρίως πολύ νέων ανθρώπων με την αστυνομία, με καταστροφές καταστημάτων, αυτοκινήτων και οικημάτων.

Η αντίδραση του κατεστημένου του ΜΜΕ και της πολιτικής είναι να σπρώξει κάτω από το χαλί τις βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές αιτίες και να αποδώσει τα γεγονότα σε εγκληματίες και βίαια άτομα. Κλασική αντίδραση, αλλιώς θα έπρεπε να ομολογήσει τα ανομολόγητα. Την αστυνομική καταπίεση, την εκτεταμένη φτώχεια, την επιδείνωση της ζωής που έχει προκαλέσει η πολιτική των τελευταίων δεκαετιών. Η έκταση της αναταραχής ανάγκασε τον Βρετανό πρωθυπουργό να επιστρέψει άρον άρον από τις διακοπές και να συγκαλέσει τη Βουλή σε ειδική συνεδρίαση, όπου το αποτέλεσμα είναι προβλεπόμενο: ένταση της καταστολής.

Την ίδια στάση υπέρ της καταστολής κράτησε και ο Εντ Μίλιμπαντ, αρχηγός του Εργατικού Κόμματος που ζήτησε ακόμη μεγαλύτερη αστυνόμευση. Ο Εργατικός βουλευτής Τομ Γουάτσον κάλεσε να χρησιμοποιηθεί ο στρατός για την καταστολή των ταραχών, ενώ ο Συντηρητικός Π. Μέρσερ ζήτησε να εφαρμοστούν στο Λονδίνο τα κατασταλτικά μέτρα που είχαν χρησιμοποιηθεί στη Β. Ιρλανδία. Ο φόβος που διαπερνά τις ελίτ προέρχεται από την επίγνωση ότι η πολιτική που εφαρμόζουν εξοντώνει μια ολόκληρη γενιά νέων των φτωχών και εργαζόμενων στρωμάτων που εκφράζουν δυσαρέσκεια και μίσος για το πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο.

Ήδη έχουν γίνει συλλήψεις 1.000 ατόμων , ακόμη και 12 χρονων παιδιών, και σε 100 έχουν απευθύνει κατηγορίες. Σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται έφηβοι, νεαροί εργάτες και άνεργοι απόφοιτοι πανεπιστημίων, διαψεύδοντας τους ισχυρισμούς των ΜΜΕ ότι πρόκειται για άτομα του περιθωρίου με εγκληματικές τάσεις .

Είναι λάθος να ειπωθεί ότι οι ταραχές είναι απολίτικες, λέει ο Ντάνιελ Χιντ (Al Jazeera 9/8). Άλλος ένας μαύρος Λονδρέζος δολοφονήθηκε από την αστυνομία η οποία, υποτίθεται, είναι αρμόδια για την προστασία των ανθρώπων. Και αυτό είναι ένα βαθιά πολιτικό θέμα. Ακόμη, επισημαίνει πως όταν πολλοί νέοι άνθρωποι αποφασίζουν να συγκρουστούν με τις δυνάμεις του “νόμου και της τάξης” και να επιδοθούν σε καταστροφές, αν και τα κίνητρα είναι διαφορετικά, οι πράξεις τους μπορούν να κατανοηθούν μόνο με πολιτικούς όρους -- “διότι δεν υπάρχουν πολλοί απ΄ όσους λένε τις συνήθεις κοινοτοπίες που να γνωρίζουν από πρώτο χέρι τι σημαίνει να είσαι νέος, φτωχός και να ζεις στο κέντρο των βρετανικών πόλεων. ...Ίσως θα έπρεπε να ρωτήσουμε αυτούς τους νέους πριν ξεστομίσουμε τη φράση “ανεγκέφαλη βία””.

Η οργή που εκδηλώθηκε ήταν κατ΄ αρχάς μια μαζική αντίδραση στην αστυνομική βία. “Πρόκειται για ένα μαζικό ξεσηκωμό”, λέει ο Άγγλος δημοσιογράφος Ντάρκους Χάουι στο αμερικανικό δίκτυο Democracy Now!, που έρχεται από τα βάθη της κοινωνίας, από τη συλλογική συνειδητοποίηση λευκών και κυρίως μαύρων νέων της αναίτιας και συστηματικής αστυνομικής παρενόχλησης. Από τη δυσανεξία που προκαλεί το να σε σταματούν και να σου κάνουν σωματική έρευνα στο δρόμο, πολλές φορές την ημέρα. Παλιότερα, για να σταματήσουν κάποιον στο δρόμο και να του κάνουν έρευνα έπρεπε να έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη. Επί Μπλερ, οι σχετικοί νόμοι αντικαταστάθηκαν με την αντιτρομοκρατική νομοθεσία που σημαίνει ότι η αστυνομία μπορεί να σταματά και να κάνει σωματική έρευνα στον οποιονδήποτε, οπουδήποτε και οποιαδήποτε στιγμή χωρίς λόγο. Οι σχολιαστές μιλούν για θεσμοποιημένο ρατσισμό ενάντια στις μειονότητες και στους πιο φτωχούς. Αναφέρεται ότι από το 1998 333 άτομα έχουν πεθάνει στα χέρια της αστυνομίας και ουδείς αστυνομικός έχει τιμωρηθεί γι΄ αυτούς τους θανάτους. Οι δολοφονίες μελών των φτωχών στρωμάτων από την αστυνομία είναι κοινωνικά αποδεκτές, αλλά οποιαδήποτε αντίδραση σ΄ αυτές αντιμετωπίζεται με τη βία του κράτους. Η “εγκληματικότητα” ορίζεται, ως συνήθως, με δύο μέτρα και δύο σταθμά στις δυτικές δημοκρατίες. Για αυτά τα γεγονότα υπήρξαν πολλές ειρηνικές διαμαρτυρίες οι οποίες αγνοήθηκαν πλήρως τόσο από τον Τύπο όσο και από τις Αρχές. Μια τέτοια διαμαρτυρία που όχι μόνο αγνοήθηκε, αλλά και χτυπήθηκε από την αστυνομία αποτέλεσε την αφορμή και των πρόσφατων ταραχών.

Το γεγονός ότι “δεν ακούγονται” ρίχνει φως στο ξέσπασμα της νεανικής οργής και στις μορφές που αυτή παίρνει, υποστηρίζει ο μπλόγκερ Ρίτσαρντ Σίμουρ, επικαλούμενος τη δήλωση ενός νέου σε δημοσιογράφο. “Νομίζεις ότι αυτές οι οχλοκρατικές διαμαρτυρίες είναι ο σωστός τρόπος για να κερδίσεις αυτό που θέλεις;”, ρωτά ο δημοσιογράφος. Και ο νέος απαντά: “Ναι, επειδή αν δεν κάναμε αυτές τις φασαρίες δεν θα μας μιλούσες καν” (συνέντευξη στο Democracy Now! 9/8).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση του Άλεξ Καλίνικος από το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα ( New Left Project) που επιχειρεί να κάνει μια σύγκριση των σημερινών γεγονότων με τις ταραχές που είχε ξεσπάσει στο Μπρίξτον το 1981. Οι σημερινές ταραχές, υποστηρίζει, είναι μια στοιχειακή έκρηξη των στερημένων δικαιωμάτων νέων της εργατικής τάξης που κατοικούν στα κέντρα των πόλεων. Αυτό που τους ώθησε ήταν το μίσος για την αστυνομία που λειτούργησε σαν αλεξικέραυνο για όλες τις άλλες αιτίες της δυσαρέσκειας. Τα βασικά χαρακτηριστικά τους ήταν ίδια μ΄ αυτά των ταραχών του 1981 και αυτών που έγιναν στα αμερικανικά γκέτο τη δεκαετία του 1960 και στο Λος Άντζελες το 1992. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες διαφορές: Η πολιτική αποξένωση είναι ακόμη μεγαλύτερη σήμερα, εν μέρει χάρη στους Νέους Εργατικούς , αλλά και εξαιτίας της μείωσης του μαύρου εθνικισμού και της σκληρής αριστεράς των Εργατικών που ήταν φαινόμενα έντονα και συνυφασμένα τη δεκαετία του 1980. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα ξεσπάσματα αυτά είναι αποπολιτικοποιημένες “εγκληματικές πράξεις” . Πολλοί απ΄ αυτούς τους νέους συμμετείχαν στις μαθητικές και φοιτητικές διαμαρτυρίες του περασμένου χειμώνα και αυτό μαρτυρείται από τη συχνότητα με την οποία αναφέρονται στην κατάργηση του εκπαιδευτικού επιδόματος.

Η λεηλασία, ως μορφή ενός καταναλωτισμού του τύπου “κάν΄ το μόνος σου, είναι πιο έντονο στοιχείο από ό,τι τριάντα χρόνια πριν και αντανακλά την έντονη εμπορευματοποίηση των επιθυμιών στη νεοφιλελεύθερη εποχή: Αυτό δεν σημαίνει ότι όσοι λεηλατούν είναι αυτόματα που οδηγούνται από το φετιχισμό του εμπορεύματος, αλλά ότι η εξέγερσή τους διαμορφώνεται από τις αξίες που κυριαρχούν στην κοινωνία. Πιο ενδιαφέρων είναι ο αντίκτυπος της μεταβαλλόμενης οικονομικής γεωγραφίας του Λονδίνου : ένα από τα δύο παγκόσμια χρηματοπιστωτικά κέντρα, χαρακτηρίζεται από μια εξόφθαλμη πόλωση μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Όμως, υπάρχουν γειτονιές όπου ζουν δίπλα-δίπλα πλούσιοι και φτωχοί. Αυτή η συνύπαρξη επίσης δεν υπήρχε τη δεκαετία του 1980.

Οι ταραχές αυτές δεν είναι συνειδητά πολιτικά κινήματα. Όμως, μπορούν να κατανοηθούν μέσω μιας πολιτικής ανάλυσης που εκκινεί από την ταξική αντιπαλότητα που διαμορφώνει όλο και πιο βαθιά τη ζωή . Η επαναστατική αριστερά, επισημαίνει, πρέπει να αντισταθεί σταθερά στον ηθικό πανικό που εκφράζεται από τα ΜΜΕ και τους πολιτικούς και να αρνηθεί να καταδικάσει τους ταραξίες – όχι επειδή αποτελούν μια νέα πρωτοπορία, αλλά επειδή η ευθύνη για ό,τι συμβαίνει βρίσκεται σε αυτούς που έχουν επιτρέψει να καλλιεργηθεί και να αυξηθεί η ανισότητα, η φτώχεια, ο ρατσισμός και η αστυνομική βία.

Δεν υπάρχει μονοδιάστατο νόημα σ΄ αυτό που συμβαίνει στο Λονδίνο και αλλού, λέει ο Ντάνιελ Χιντ (ό.π.). Υπάρχουν όμως συνδέσεις που μπορούν και πρέπει να γίνουν. “Η παγκόσμια οικονομική κρίση είναι εξίσου πολιτική όσο και οι ταραχές των τελευταίων ημερών. Δεν χρειάζεται να τραβήξουμε μια ευθεία γραμμή ανάμεσα στις διασώσεις των τραπεζών και σ΄ αυτό που συμβαίνει τώρα στο Λονδίνο. Αλλά δεν πρέπει να χάνουμε από τα μάτια μας ότι και τα δύο γεγονότα μιλούν για την τρέχουσα κατάστασή μας. ... Μια κοινωνική και πολιτική τάξη πραγμάτων που επιβραβεύει το βανδαλισμό και τη λεηλασία της δημόσιας περιουσίας όταν οι αυτουργοί είναι αρκετά πλούσιοι και ισχυροί”.

Αριάδνη Αλαβάνου

(Πηγές: The Guardian, Democracy Now!, Al Jazeera, WSWS, New Left Project)

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

Η σφαγή στη Νορβηγία, το κράτος, τα ΜΜΕ και το Ισραήλ

Διαβάστε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του James Petras σχετικά με το προφίλ του Μπρέιβικ και τους πραγματικούς υπαίτιους του μακελειού. Εκκολάπτονται και στην χώρα μας Μπρέιβικ;

Η σφαγή στη Νορβηγία, το κράτος, τα ΜΜΕ και το Ισραήλ
Του James Petras

«Έτσι, ας παλέψουμε μαζί με το Ισραήλ, μαζί με τους σιωνιστές αδελφούς μας, ενάντια σε όλους τους αντισιωνιστές, ενάντια σε όλους τους κουλτουριάρηδες μαρξιστές/πολυπολιτισμικούς»

Από το μανιφέστο του Anders Behring Breivik
«... στην οργάνωσή μου υπάρχουν δύο ακόμα πυρήνες...»

Δήλωση του φρουρούμενου Anders Behring Breivik στο Reuters, 25/7/2011

Η βόμβα στο γραφείο του Νορβηγού πρωθυπουργού, ηγέτη του Εργατικού Κόμματος, Jen Stoltenberg, στις 22 Ιουλίου 2011, που άφησε πίσω της 8 πολίτες νεκρούς, και η πολιτική δολοφονία 68 άοπλων ακτιβιστών της νεολαίας του Εργατικού Κόμματος που ακολούθησε στο νησί Utoeya, μόλις 20 λεπτά μακριά από το Όσλο, από έναν ένοπλο νεοφασίστα χριστιανο-σιωνιστή, εγείρουν θεμελιώδη ερωτήματα για τους αναπτυσσόμενους δεσμούς ανάμεσα στη νόμιμη άκρα Δεξιά, το «κυρίαρχο ρεύμα των ΜΜΕ», τη νορβηγική αστυνομία, το Ισραήλ και τη δεξιά τρομοκρατία.

Τα ΜΜΕ και η άνοδος της δεξιάς τρομοκρατίας

Οι βασικές αγγλόφωνες εφημερίδες New York Tines (NYT), Washington Post (WP), Wall Street Journal (ASJ) και Financial Times (FT), όπως επίσης και ο πρόεδρος Ομπάμα, κατηγόρησαν «ισλαμιστές εξτρεμιστές», σύμφωνα με τις πρώτες αστυνομικές εκθέσεις για τις δολοφονίες, δημοσιεύοντας μια σειρά εμπρηστικών (και ψευδών) τίτλων και αναφορών. Σε γενικές γραμμές
χαρακτήρισαν το γεγονός ως «την 11/9 της Νορβηγίας», απηχώντας ιδεολογικά κίνητρα και αιτιάσεις βασισμένες στις ίδιες τις αναφορές του Νορβηγού χριστιανο-σιωνιστή πολιτικού δολοφόνου Anders Behring Breivik. Το πρωτοσέλιδο των Financial Times του Λονδίνου στις 23-24 Ιουλίου έγραφε: «Φόβοι ισλαμικού εξτρεμισμού: Το χειρότερο χτύπημα στην Ευρώπη από το 2005». Ο Ομπάμα έσπευσε να χρησιμοποιήσει την επίθεση στη Νορβηγία για να δικαιολογήσει καλύτερα τους υπερπόντιους πολέμους ενάντια σε μουσουλμανικές χώρες. Οι εφημερίδες FT, NYT, WP και WSJ παρουσίασαν με εντυπωσιακό τρόπο τους δήθεν «ειδικούς» τους να τοποθετούνται για το ποιοι Άραβες/Ισλαμιστές ηγέτες ή κινήματα ευθύνονταν για την επίθεση –παρά τις αναφορές του νορβηγικού Τύπου για «σύλληψη Νορβηγού ντυμένου με αστυνομική στολή».
Είναι σαφές πως τα ΜΜΕ και η πολιτική ελίτ των ΗΠΑ φάνηκαν πρόθυμα να χρησιμοποιήσουν την έκρηξη βόμβας και τις δολοφονίες για να δικαιολογήσουν τους συνεχιζόμενους υπερπόντιους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, «αγνοώντας» τις εξτρεμιστικές δεξιές οργανώσεις που φυτρώνουν στο εσωτερικό της χώρας και τα βίαια άτομα που αποτελούν –ως φυσική συνέπεια– προϊόν της επίσημης προπαγάνδας ισλαμοφοβικού μίσους.
Όταν ο Anders Breivik, ένας γνωστός νεοφασίστας εξτρεμιστής, παρέδωσε τα όπλα του στη νορβηγική αστυνομία χωρίς να φέρει αντίσταση και ανέλαβε με περηφάνια την ευθύνη για την έκρηξη και τη σφαγή, ξεκίνησε η δεύτερη φάση της επίσημης κάλυψης: Έσπευσαν να τον περιγράψουν ως «μοναχικό λύκο δολοφόνο», που «έδρασε μόνος» (BBC, 24/7/2011) ή ως διανοητικά διαταραγμένο άτομο, επιχειρώντας έτσι να μειώσουν τη σημασία των πολιτικών του δικτύων, των Αμερικανών, Ευρωπαίων και Ισραηλινών μεντόρων του, αλλά και των δεσμεύσεων που τον οδήγησαν σε αυτές τις τρομοκρατικές πράξεις. Ακόμα πιο σκανδαλώδες είναι το γεγονός ότι τα ΜΜΕ και οι επίσημοι αψήφησαν το γεγονός πως αυτή η σύνθετη, πολλών φάσεων τρομοκρατική επίθεση, ξεπερνούσε τις ικανότητες ενός «διαταραγμένου» ατόμου.
Ο Anders Behring Breivik ήταν τακτικό μέλος ενός ακροδεξιού πολιτικού κόμματος, του Κόμματος της Προόδου (Progress Party), και συνεργάτης και συντάκτης σε μια απροκάλυπτα νεοναζιστική ιστοσελίδα. Συχνά έστρεφε την έχθρα του εναντίον του κυβερνώντος Εργατικού Κόμματος εξαιτίας της ανοχής που αυτό επεδείκνυε στο θέμα των μεταναστών. Περιφρονούσε τους μετανάστες, ειδικά τους μουσουλμάνους, και ήταν φανατικός χριστιανο-σιωνιστής, υποστηρικτής της ισραηλινής καταστολής και τρομοκρατίας εις βάρος του παλαιστινιακού λαού. Η δολοφονική του πράξη ήταν πολιτική στην ουσία της, και ενσωματωμένη σε ένα πολύ ευρύτερο πολιτικό δίκτυο.
Η πολιτική ελίτ και τα ΜΜΕ πασχίζουν να αρνηθούν τους αλληλεπικαλυπτόμενους δεσμούς ανάμεσα σε «νόμιμους» ιδεολογικούς ισλαμοφοβικούς, όπως οι Αμερικανοί σιωνιστές Daniel Pipes, David Horowitz, Robert Spencer και Pamela Geller, το ολλανδικό ακροδεξιό Κόμμα της Ελευθερίας με ηγέτη τον έμπορο μίσους Geert Wilders και τους συνεργάτες τους στο Κόμμα της Προόδου της Νορβηγίας, που καταφέρονται εναντίον της «μουσουλμανικής απειλής». Οι τρομοκράτες «άμεσης δράσης» (direct action) αντλούν τα συνθήματά τους από εκλογικά κόμματα όπως το Κόμμα της Προόδου, τα οποία στρατολογούν και κατηχούν ακτιβιστές, όπως ο Behring Breivik, που στη συνέχεια παρεκκλίνουν του «εκλογικού δρόμου» για να εκτελέσουν τις αιματηρές σφαγές τους, επιτρέποντας στους «αξιοσέβαστους» εμπόρους μίσους να τους καταδικάσουν... μετά την επίθεση.

Ο «μοναχικός λύκος δολοφόνος»

Η αναφορές σε «μοναχικό λύκο τρομοκράτη» αψηφούν κάθε αξιοπιστία. Αποτελούν έναν ιστό ψεμάτων που χρησιμοποιούνται για να καλύψουν την κρατική συνενοχή, καταχρήσεις των μυστικών υπηρεσιών και την έντονη δεξιά στροφή στις εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ.
Δεν υπάρχει καμιά βάση ώστε να γίνει δεκτός ο αρχικός ισχυρισμός του Breivik πως ενήργησε μόνος, για αρκετούς σημαντικούς λόγους:

Πρώτον, το παγιδευμένο αυτοκίνητο-βόμβα που κατέστρεψε το κέντρο του Όσλο ήταν ένα ιδιαίτερα σύνθετο όπλο που απαιτούσε εμπειρία και συντονισμό –του είδους που διαθέτουν κρατικές ή μυστικές υπηρεσίες όπως η Μοσάντ, η οποία ειδικεύεται στα καταστροφικά αυτοκίνητα - βόμβες. Οι ερασιτέχνες, όπως ο Breivik, χωρίς εκπαίδευση στα εκρηκτικά, συνήθως αυτοανατινάζονται ή στερούνται της ικανότητας που απαιτείται για να συνδεθούν οι ηλεκτρονικές συσκευές ή οι απομακρυσμένοι πυροκροτητές (όπως έχει αποδειχτεί από την αποτυχία των βομβιστών που ονομάστηκαν «shoe», «underpants» και «Times Square»).

Δεύτερον, οι λεπτομέρειες: α) της κίνησης της βόμβας, β) της κλοπής του οχήματος, γ) της τοποθέτησης του εκρηκτικού μηχανισμού στο στρατηγικό σημείο, δ) της πετυχημένης πυροδότησης, και στη συνέχεια: ε) η επιμελημένη χρήση ειδικής αστυνομικής στολής, η κατοχή ενός οπλοστασίου εκατοντάδων δεσμίδων σφαιρών και η μετακίνηση στο νησί Utoeya με άλλο όχημα, στ) η υπομονετική αναμονή ενός –ως τα δόντια– ένοπλου για το φέρι της γραμμής, ζ) το πέρασμα στο νησί μαζί με τους άλλους επιβάτες φορώντας αστυνομική στολή, η) η συγκέντρωση των ακτιβιστών της νεολαίας των Εργατικών και η έναρξη της σφαγής πλήθους άοπλων νεαρών, και τέλος θ) η χαριστική βολή στους τραυματίες και η καταδίωξη εκείνων που προσπάθησαν να κρυφτούν ή να απομακρυνθούν κολυμπώντας –όλα αυτά δεν είναι ενέργειες ενός μοναχικού φανατικού. Ακόμα και ο συνδυασμός ενός Σούπερμαν, ενός Αϊνστάιν και ενός παγκοσμίου κλάσης σκοπευτή δεν θα μπορούσε να εκτελέσει ένα τέτοιο σχέδιο.

Αν τα ΜΜΕ και οι ηγέτες του ΝΑΤΟ περιμένουν πως θα γίνει πιστευτή η θεωρία του «ενός δράστη», θα πρέπει να θεωρούν πως η κοινή γνώμη αποτελείται από αξιολύπητους διανοητικά καθυστερημένους. Ο Breivik είναι πρόθυμος να υποστεί μια ποινή φυλάκισης 20 χρόνων, όπως αναμένεται για μια μαζική δολοφονία. Είναι ο σπινθήρας που πυροδοτεί τους συντρόφους του και προάγει την ατζέντα των βίαιων και εκτός νόμου ακροδεξιών κομμάτων. Ενώπιον του Νορβηγού δικαστή, στις 25 Ιουλίου, δημοσίως δήλωσε την ύπαρξη «δύο ακόμα πυρήνων» της οργάνωσής του. Σύμφωνα με καταθέσεις μαρτύρων οι πυροβολισμοί στο νησί Utoeya προέρχονταν από δύο διαφορετικά όπλα και ακούγονταν από διαφορετικές κατευθύνσεις κατά τη διάρκεια της σφαγής. Η αστυνομία ισχυρίζεται πως... «ερευνά». Δεν χρειάζεται να πούμε πως ακόμη δεν έχει βρει τίποτα. Αντίθετα, προκειμένου να καλύψει την απραξία της, έστησε μια παράσταση με την εισβολή σε δύο σπίτια μακριά από το χώρο της σφαγής – που ακολουθήθηκε από την ταχεία απελευθέρωση των υπόπτων.
Η σοβαρότερη πολιτική ενοχοποίηση της τρομοκρατικής αυτής δράσης, εντούτοις, αφορά την καταφανή συνενοχή κορυφαίων αξιωματικών της αστυνομίας. Η αστυνομία χρειάστηκε 90 λεπτά για να φτάσει στο νησί Utoeya, που απέχει λιγότερο από 20 χιλιόμετρα από το Όσλο, 2 λεπτά με ελικόπτερο και 25-30 λεπτά με πλοίο ή αυτοκίνητο. Η καθυστέρηση αυτή επέτρεψε στους ακροδεξιούς δολοφόνους να χρησιμοποιήσουν όλα τα πυρομαχικά τους, ανεβάζοντας τον αριθμό των θυμάτων μεταξύ των νεαρών αντιφασιστών και καταστρέφοντας το κίνημα νεολαίας των Εργατικών. Ο αρχηγός της αστυνομίας, Sveinung Sponheim, παρουσίασε την πιο ασθενική αιτιολόγηση και κάλυψη, ισχυριζόμενος «προβλήματα μετακίνησης». Υποστήριξε πως ένα ελικόπτερο «δεν ήταν σε εφεδρεία» και πως «δεν μπορούσαν να βρουν πλοίο» (Associated Press, 24/7/2011). Κι όμως, ένα ελικόπτερο ήταν διαθέσιμο. Κατάφερε να πετάξει στο νησί Utoeya και να κινηματογραφήσει τη σφαγή, ενώ περισσότεροι από τους μισούς Νορβηγούς, λαός της ναυτιλίας εδώ και χιλιετίες, κατέχουν ιδιόκτητη βάρκα ή έχουν πρόσβαση σε κάποιο πλεούμενο.
Μια αστυνομική δύναμη που, αντιμέτωπη με αυτό που ο πρωθυπουργός περιέγραψε ως «τη χειρότερη αγριότητα από την εποχή της ναζιστικής κατοχής», κινείται με ρυθμούς χελώνας η οποία πάσχει από αρθριτικά, εγείρει την υποψία κάποιου επιπέδου συνενοχής. Το προφανές ερώτημα προκύπτει για το βαθμό στον οποίο η ιδεολογία του δεξιού εξτρεμισμού-νεοφασισμού έχει διαπεράσει τις γραμμές της αστυνομίας και των δυνάμεων ασφαλείας, ειδικά στα ανώτερα κλιμάκια. Αυτό το επίπεδο «αδράνειας» εγείρει περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις. Αυτό που υποδηλώνεται είναι πως οι σοσιαλδημοκράτες ελέγχουν μόνο ένα μέρος της κυβέρνησης – το νομοθετικό, ενώ οι νεοφασίστες επηρεάζουν τον κρατικό μηχανισμό.
Το ξεκάθαρο γεγονός είναι πως η αστυνομία δεν έσωσε ούτε μία ζωή. Όταν τελικά έφτασαν, ο Anders Behring Breivik είχε χρησιμοποιήσει όλα τα πυρομαχικά του και, αφού τον περικύκλωσαν, παραδόθηκε. Η αστυνομία, κυριολεκτικά, δεν έριξε ούτε έναν πυροβολισμό. Δεν αναγκάστηκαν καν να κυνηγήσουν ή να συλλάβουν το δολοφόνο. Πρόκειται για ένα σχεδόν χορογραφημένο σενάριο: Εκατοντάδες τραυματίες, 68 άοπλοι ειρηνικοί ακτιβιστές δολοφονημένοι, και η νεολαία των Εργατικών αποδεκατισμένη.
Η αστυνομία μπορεί να ισχυριστεί πως το «έγκλημα διαλευκάνθηκε» ενώ τα ΜΜΕ φλυαρούν για ένα «μοναχικό δολοφόνο». Η άκρα Δεξιά έχει έναν «μάρτυρα» για να καλύψει την εξέλιξη της αντιμουσουλμανικής, φιλοϊσραηλινής σταυροφορίας. (Η περίπτωση θυμίζει το διάσημο Ισραηλινοαμερικανό φασίστα δράστη μαζικής δολοφονίας δρ Baruch Goldstein, που κατέσφαξε δεκάδες άοπλους Παλαιστίνιους –άντρες και αγόρια– κατά τη διάρκεια προσευχής το 1994).
Δύο μόλις ημέρες πριν τις πολιτικές δολοφονίες, ο επικεφαλής του Κινήματος Νεολαίας του Εργατικού Κόμματος, Eskil Pederson, σε συνέντευξή του στην Dagbladet, τη δεύτερη μεγαλύτερη καθημερινή εφημερίδα της Νορβηγίας, ανήγγειλε «μονομερές οικονομικό εμπάργκο στο Ισραήλ, από την πλευρά της Νορβηγίας» (Gilad Atzmon, 24/7/2011)
Είναι αντικειμενικό γεγονός ότι ο νορβηγικός στρατός δεν έχει κανένα πρόβλημα να στέλνει πρόθυμα 500 στρατιώτες στο Αφγανιστάν, στην άλλη άκρη του κόσμου, και να διαθέτει 6 αεροπλάνα και πιλότους της Νορβηγικής Αεροπορίας για τους βομβαρδισμούς και την τρομοκράτηση στην Λιβύη. Κι όμως, δεν μπορούν να βρουν ένα ελικόπτερο ή ένα πλοίο της γραμμής για να μεταφέρει την αστυνομία μερικές εκατοντάδες μέτρα, ώστε να σταματήσει έναν ντόπιο δεξιό τρομοκράτη, του οποίου η έξαλλη δολοφονική συμπεριφορά περιγραφόταν, λεπτό το λεπτό, από τα τρομοκρατημένα νεαρά θύματά του μέσω τηλεφωνημάτων στους αλλόφρονες γονείς τους…

Οι ιμπεριαλιστικές ρίζες του εσωτερικού φασισμού
Σαφώς, οι αποφάσεις της Νορβηγίας και των άλλων σκανδιναβικών εθνών να συμμετέχουν στις ιμπεριαλιστικές σταυροφορίες των ΗΠΑ ενάντια στους μουσουλμάνους και ειδικά ενάντια στον αραβικό λαό, στη Μέση Ανατολή, έχουν ξυπνήσει και ενεργοποιήσει τη νεοφασιστική δεξιά. Θέλουν τώρα να «φέρουν τον πόλεμο στο σπίτι», θέλουν η Νορβηγία να προχωρήσει παραπέρα, στην «εκκαθάριση του έθνους» διώχνοντας τους μουσουλμάνους. Θέλουν να «στείλουν ένα μήνυμα» στο Εργατικό Κόμμα πως θα πρέπει να αποδεχτεί μια πλήρη νεοφασιστική, φιλοϊσραηλινή ατζέντα, αλλιώς να περιμένει περισσότερες σφαγές, περισσότερους εκλεγμένους φασίστες, περισσότερους μιμητές του Anders Behring Breivik.
To «Κόμμα της Προόδου» είναι τώρα το δεύτερο μεγαλύτερο πολιτικό κόμμα στη Νορβηγία. Εάν ένας «συντηρητικός» συνασπισμός νικήσει τους Εργατικούς, οι νεοφασίστες πιθανόν θα μπουν στην κυβέρνηση. Ποιος ξέρει, μετά από λίγα χρόνια καλής συμπεριφοράς, ίσως βρουν μια δικαιολογία για να μετατρέψουν την ποινή του πρώην συντρόφου τους... ή να τον πιστοποιήσουν ως αποκατεστημένο διανοητικά και να τον αποφυλακίσουν.
Αυτό που σαφώς είναι απαραίτητο είναι η άμεση απόσυρση όλων των στρατευμάτων από τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και μια συστηματική, συνεπής και οργανωμένη πάλη ενάντια στους εσωτερικούς δεξιούς τρομοκράτες και τους ιδεολογικούς αναδόχους τους στις ΗΠΑ, το Ισραήλ και την Ευρώπη. Η νεολαία των Εργατικών πρέπει να συνεχίσει να πιέζει για το αίτημά της να αναγνωρίσει η κυβέρνηση των Εργατικών του Jen Stoltenberg το παλαιστινιακό κράτος και να επιβάλει συνολικό μποϊκοτάζ στα ισραηλινά προϊόντα και υπηρεσίες. Πρέπει να οργανωθεί μια εθνική και διεθνής πολιτική εκπαιδευτική εκστρατεία, που θα αποκαλύψει τους δεσμούς ανάμεσα σε «αξιοσέβαστους» εκλεγμένους φασίστες και σε βίαιους τρομοκράτες.
Η μνήμη των μαρτύρων της νεολαίας των Εργατικών που έπεσαν στο νησί Utoeya πρέπει να διατηρηθεί, να τιμηθεί και οι ιδέες τους να διδάσκονται στα σχολεία. Οι ακροδεξιοί εχθροί τους και οι υποστηρικτές τους, είτε απροκάλυπτοι είτε συγκαλυμμένοι είτε άμεσα συνεργοί, πρέπει να αποκαλυφθούν και να καταδικαστούν.
Το καλύτερο όπλο ενάντια στην ανανεωμένη επίθεση των νεοφασιστών είναι μια πολιτική και εκπαιδευτική επίθεση, που να πιάνει το νήμα των αντιφασιστικών, αντι-Κουίσλινγκ(1) αγωνιστικών παραδόσεων της εποχής των παππούδων των σημερινών μαρτύρων.
Δεν είναι πολύ αργά – αρκεί το Εργατικό Κόμμα, τα νορβηγικά συνδικάτα και η αντιφασιστική νεολαία να δράσουν τώρα, πριν την πλημμυρίδα του αναζωπυρωμένου φασισμού.

(1) Κουίσλινγκ: διαβόητος Νορβηγός συνεργάτης των ναζί.

* Ο James Petras είναι ομότιμος Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο State University της Νέας Υόρκης.

Μετάφραση: Ρούλα Μουτσέλου
πηγή: Δρόμος

linkwithin

Related Posts with Thumbnails