Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Η Επανάσταση του ’21 και το δημοτικό τραγούδι

"Ψαρέψαμε" και αναδημοσιεύουμε από την Αυγή της Κυριακής το άρθρο του ιστορικού (και συμπολίτη μας) Κώσταντίνου Γκότση για την Επανάσταση του '21 και το δημοτικό τραγούδι.

Τα δημοτικά τραγούδια, κυρίως τα κλέφτικα και κατά δεύτερο λόγο τα ιστορικά, κατέχουν μια ιδιαίτερη θέση στη μελέτη, στις «αναγνώσεις» της επανάστασης του ‘21, αλλά και στις αφιερωμένες σ’ αυτήν γιορτές, όπου τα τραγούδια τις συνοδεύουν είτε ως απαγγελία στίχων, που νοηματοδοτούν το «ηρωικό πνεύμα», είτε ως τραγούδια που τραγουδιούνται και χορεύονται.

Το κλέφτικο τραγούδι ως πηγή της ιστορίας
Διάφορες κατηγορίες των δημοτικών τραγουδιών έχουν χρησιμοποιηθεί άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο, ως πηγή της ιστορίας. Τα κλέφτικα τραγούδια ειδικότερα, αρκετά νωρίς, θεωρήθηκαν ότι εκφράζουν και συγχρόνως καταγράφουν την κοινωνική ζωή και πραγματικότητα των κλεφτών και αρματολών.
Ο Fauriel στον «εισαγωγικό λόγο» του, θεωρεί ότι τα κλέφτικα τραγούδια έχουν ως θέμα τα κατορθώματα των κλεφτών σε βάρος της πολιτοφυλακής των πασάδων και ότι αναφέρονται σε μία κατάσταση των πραγμάτων και της κοινωνίας. Μάλιστα χαρακτηρίζει τα κλέφτικα τραγούδια ως μια ιδιαίτερη κατηγορία των ιστορικών τραγουδιών.1 Αντίστοιχες απόψεις υποστηρίζει και σε άλλα σημεία της εισαγωγής του.
Επίσης, ο Ν. Κασομούλης αναφέρει ότι για την κατάρτιση της «γενεαλογίας» των αρματολών, δηλαδή της ιστορίας των αρματολικών οικογενειών, έλαβε υπόψη, εκτός από τις παραδόσεις των γερόντων, «τα διάφορα τραγούδια τα οποία διαδιδόμενα αντηχούν εισέτι εις τας ακοάς των κατοίκων των προρρηθέντων[προρρηθεισών] επαρχιών». Επίσης σημειώνει ότι των αρματολών «ετραγωδήθησαν τα κατορθώματά των και οι θάνατοί των».2

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ: μη γκρινιάζεις, ξεσηκώσου!


Η διαφήμιση "Pressure" για την 3η Athens Biennale με θεματικό τίτλο ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ συμπυκνώνει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα όλο το φάσμα των αντιθέσεων που λαμβάνουν χώρα στην ελληνική κοινωνία στις μέρες μας.
Η πλοκή της διαφήμισης είναι η παράθεση σε αργή κίνηση 6 μικρών γεγονότων, περίπου καθημερινών σε μια πόλη όπως η πρωτεύουσα Αθήνα, αλλά εντυπωσιακών, ταυτόχρονα. Εντυπωσιακών ακριβώς γιατί είναι καθημερινές σκηνές που φυσιολογικά θα έπρεπε να σοκάρουν για/με την ωμότητά τους.
Στην πρώτη σκηνή ένας αστυνομικός (που μόνο από την εμφάνισή του είναι αποκρουστικός και διόλου φιλικός προς τον πολίτη, με τη στρατιωτική του εξάρτυση να τον κάνει απρόσιτο και “κλειστό” στα μηνύματα της πραγματικότητας) να δέχεται επίθεση με κόκκινο χρώμα, με φόντο ένα κατάστημα εξίσου απροσπέλαστο και γκρίζο. Το κόκκινο χρώμα της μπογιάς συμβολίζει αφενός το χρώμα της ζωής σε αντίθεση με το γκρίζο (μαύρο εν ολίγοις) χρώμα της επιβολής αφετέρου την αυθόρμητη κίνηση μιας οργισμένης νεολαίας που αντιδρά απρόβλεπτα και καταστροφικά (ή μήπως δημιουργικά;).
Στη δεύτερη σκηνή μια γυναίκα της πόλης, ντυμένη στους ρυθμούς της μόδας, κάνει εμετό μπροστά στις βιτρίνες ακριβών και σικάτων μαγαζιών. Άραγε η ζωή της γίνεται αβάσταχτη επειδή ξοδεύει, εκτός από χρήματα, την ίδια της τη ζωή στην αγορά του δήμου ή μήπως είναι εργαζόμενη-λάστιχο, δώδεκα ώρες ορθοστασία για ένα παιδικό γάλα, για ένα βράδυ μπροστά στην TV, για ένα αδειανό πουκάμισο;
Την ίδια στιγμή, στην επόμενη σεκάνς, δύο χέρια κρατούν ένα δοχείο για να δεχτούν την έσχατη βοήθεια, ένα πιάτο φαγητό, στο συσσίτιο όπως στην κατοχή πριν 70 χρόνια. Η αλληλεγγύη δείχνει το δρόμο και η ζωή τραβάει την ανηφόρα...
Σε μια συνοικία γεμάτη σκουπίδια εμφανίζεται από ψηλά ως άχρηστο εξίσου αντικείμενο μια τηλεόραση, ο υπέρτατος αγωγός της εικονικής πραγματικότητας, να πέφτει στο κενό, προκειμένου ο κρότος της να σπάσει ίσως τη σαστιμάρα της κοινωνίας ενδεχομένως. Ένα “φτάνει πια” στα σκουπίδια-ψέματα διαπερνά τη σκέψη.
Έπειτα, με φόντο το Πανεπιστήμιο Αθηνών (τη Μέκκα της γνώσης και του ορθολογισμού κατά κάποιο τρόπο αλλά ταυτόχρονα και κοιτίδα ελευθερίας), ένας νεαρός “ταραξίας” εκσφενδονίζει με ιδιαίτερη φυσικότητα μια βόμβα μολότωφ προς τον “εχθρό” εν μέσω μιας θολής ατμόσφαιρας κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η αγανάκτηση γίνεται το σύγχρονο μότο.
Παράλληλα, ένας άλλος νεαρός φτύνει την άσπρη σκόνη γιατί παλεύει να ζήσει σε μια κοινωνία που μονίμως βρίσκεται σε κατάσταση νάρκης, για να μην αντιδρά στα πειράματα που εξελίσσονται: πόσο αντέχει ένας άνθρωπος ή μια κοινωνία την καταπίεση;
Με λίγα λόγια η διαφήμιση "Pressure" περιγράφει ένα όριο στην πίεση αυτή, ένα όριο που εμφανώς παραβιάζεται παντοιοτρόπως αλλά η ζωή κυλάει ομαλά, επιφανειακά τουλάχιστον. Όλη αυτή η παρουσίαση της σκληρής καθημερινότητας σε slow motion δίνει όμως τον απαιτούμενο χρόνο για ένα στοχασμό πάνω σε αυτά τα προβλήματα και μια καταφατική ματιά: μη γκρινιάζεις, ξεσηκώσου!
ΑΤ & ΣΓ

Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

Η Τέχνη εξημερώνει τον άνθρωπο, τα «ζώα» όμως;

Τον τελευταίο καιρό παρακολουθούμε συχνά πυκνά τους ανθρώπους της Τέχνης να διολισθαίνουν σε θέσεις που πολύ απέχουν από το στερεότυπο, εν πολλοίς, δίπολο που έχουμε στο μυαλό μας: καλλιτέχνης=προοδευτικός. Κάποτε ο άνθρωπος της κουλτούρας πράγματι είχε ταυτιστεί με τις υψηλότερες αξίες και τα ευγενέστερα ιδανικά και όχι τυχαία. Ωστόσο, σε αυτή την βαθιά καμπή της ιστορίας, οι αντιστάσεις πολλών καταρρέουν και βλέπουμε ξάφνου τις λαμπρές φωνές να μετασχηματίζονται σε σκοτεινά σκιάχτρα. Δύο τέτοια παραδείγματα έκαναν την εμφάνισή τους τις τελευταίες 2-3 μέρες. Από τη μια ο ρηξικέλευθος σκηνοθέτης που έθεσε με την κινηματογραφική του ματιά καίρια και καυστικά ερωτήματα σε σχέση με το κοινωνικό σύνολο και την ατομική ηθική(βλ. Δαμάζοντας τα κύματα, Χορεύοντας στο σκοτάδι, Οι ηλίθιοι) Λαρς Φον Τρίερ δηλώνει ότι καταλαβαίνει τον Χίτλερ και ακροβατεί με το ναζισμό. Από την άλλη ο “δικός μας” Νιόνιος, ο τραγουδοποιός της Συννεφούλας, του Βρώμικου Ψωμιού και του Βιετνάμ Γιε Γιε Διονύσης Σαββόπουλος δηλώνει ότι πρέπει να στείλουμε τους μετανάστες στα μικρά νησιά να καλλιεργήσουν εκτάσεις. Να τους χαιρόμαστε...

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

"Κάθε παραχώρηση προς το σύστημα αφαιρεί και ένα κομμάτι από τον εαυτό σου"

Μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Δ. Αρβανίτη στο σημερινό Δρόμο:

Το μέλος της συντακτικής επιτροπής του Δρόμου, γνωστός γραφίστας Δημήτρης Αρβανίτης, υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος στο 7ο Διαμέρισμα της Αθήνας με την Ανοιχτή Πόλη, ρίχνει τη δική του, ξεχωριστή ματιά στις αυτοδιοικητικές εκλογές και όχι μόνο...


Δημήτρη, τι σε έκανε να έχεις μια δημόσια έκθεση σε μια δύσκολη στιγμή της Αριστεράς, συμμετέχοντας στο ψηφοδέλτιο της Ανοικτής Πόλης με επικεφαλής την Ελένη Πορτάλιου;
Η Αριστερά είναι εκτεθειμένη εδώ και χρόνια, από το ‘50 και μετά. Μαζί της και όλοι όσοι πιστέψαμε και πιστεύουμε ότι είναι ο χώρος των αγώνων και των προβληματισμών. Στη δύσκολη αυτή στιγμή η Αριστερά δεν έφτασε μόνη της. Οι ευθύνες μάς αφορούν. Όμως, είναι πιο σημαντικό να αντιληφθούμε τι ακριβώς συμβαίνει και να εκτεθούμε, όχι τόσο σε μια δημόσια κριτική η οποία, άλλωστε, μας περισσεύει, αλλά σε μια πράξη επαναπροσδιορισμού του ρόλου της. Αν συχνά τα τελευταία χρόνια μας κάνει να πελαγοδρομούμε, είναι γιατί μας δίνει χθεσινές απαντήσεις σε σημερινά ερωτήματα. Η Αριστερά για μένα είναι το σύνολο μικρών ή μεγαλύτερων ομάδων και ο τρόπος που συμβιώνουν. Θα επιθυμούσα να ήταν διαφορετικά. Δεν μπορώ όμως να περιμένω. Μέχρι τότε ας μας εμπνέει η Ιστορία, οι άνθρωποί και οι αγώνες. Θαυμάζω την Ελένη Πορτάλιου και τα νέα παιδιά της Ανοιχτής Πόλης για τη σοβαρή δουλειά τους στο Δήμο με τα προβλήματα της πόλης. Θεώρησα τιμή μου να ενισχύσω το ψηφοδέλτιο. Μακάρι να φανώ χρήσιμος.

Ο λόγος για το social design ή αλλιώς σχεδιαστικών εργασιών κοινωνικής παρέμβασης. Από πότε υπηρετείς αυτήν την ιδέα και αντίληψη. Πως θα όριζες τις συντεταγμένες του social design;
Το social design είναι μια ιδέα που εφάρμοσα από το πρώτο τεύχος του περιοδικού Γαλέρα του Γιάννη Καλαϊτζή και
που σχεδιάσαμε μαζί με τον Χριστόφορο Κάσδαγλη. Μια σελίδα σε κάθε τεύχος φιλοξενούσε τα σχεδιαστικά μου σχόλια για διάφορα κοινωνικά θέματα. Από το ρατσισμό και την ξενοφοβία, ως τις παγκόσμιες καταστροφές και τη ληστρική επιδρομή των εταιρειών της επωνυμοποιημένης αγυρτείας. Αυτή που συχνά ονομάζω «logoδιάρροια». Οι εποχές όπου οι αφίσες που σχεδίαζα για πολιτιστικές εκδηλώσεις εμφανίζονταν στους τοίχους της πόλης πέρασαν. Η τηλεόραση υφάρπαξε το ρόλο της αφίσας. Η ημέρα των ανθρώπων αρχίζει και τελειώνει μπροστά στο «κουτί», έγινε εικονική πραγματικότητα. Ο κυβερνοχώρος, ένοχος εξ ορισμού, πριν προλάβει να μας επιδείξει τις δυνατότητές του, αφήνει ένα ελάχιστο περιθώριο για κοινωνική επικοινωνία. Το μη χείρον, βέλτιστον... Δείχνω την αγανάκτησή μου σχεδόν σε καθημερινή βάση στο διαδίκτυο και αφυπνίζομαι προσπαθώντας να αφυπνίσω. Τα προβλήματα θα συνεχίζουν να μας «συντροφεύουν» και ο καπιταλισμός θα αλλάζει κουστούμια και συμπεριφορές. Το social design είναι η υποχρέωση των σχεδιαστών στην κοινωνική δράση. Αυτοί γνωρίζουν καλά τον τρόπο της επικοινωνίας και μπορούν να συνθέσουν απλές εικόνες για καταγγελίες. Το design είναι ένα σύστημα και όχι μια ιχνογραφία στα χέρια μικρών παιδιών. Οι υπολογιστές από μόνοι τους ή μένουν σιωπηλοί ή υπερπαράγουν εικονορύπανση. Τελευταία κάποιοι προσπαθούν να κάνουν μόδα το social design. Χρειάζεται προσοχή με τους «διαγωνισμούς» που προκύπτουν σε καθημερινή βάση. Στην ουσία όλες αυτές οι βραβεύσεις που αναγγέλλουν πριμοδοτούν τον ανταγωνισμό, βασικό εργαλείο του καπιταλισμού. Μακριά από αμφίβολης ποιότητας διοργανώσεις.

Ποια η γνώμη σου για το λόγο και τον τρόπο επικοινωνίας της Αριστεράς σε διάφορα επίπεδα: με την κοινωνία, με τον κόσμο της εργασίας, στο εσωτερικό της κ.λπ.;
Η Αριστερά έχει εγκλωβιστεί στη δική της αυταρέσκεια. Χρησιμοποιεί περισσότερο το στόμα και λιγότερο τα αφτιά της. Η ομαδικότητα θυσιάζεται συχνά με την απερίσκεπτη παραγωγή μοντέλων αγκυλωμένων στο παρελθόν. Αγνοεί τις νέες φωνές και απέχει από τις Τέχνες. Ενώ τα πάντα γύρω της συμβαίνουν ερήμην της, θεωρεί ότι η υποχρέωσή της είναι τα τσιτάτα της. Ζητάω την Αριστερά απενοχοποιημένη και σημερινή, στον ενεστώτα χρόνο και δρώσα. Όμως δεν είναι μόνο αυτό η Αριστερά. Με ερεθίζει η κριτική που ασκείται για την μη ενότητά της. Αυτό που με κάνει να απορώ είναι γιατί η κριτική για την μη ενότητα της Αριστεράς ασκείται κατά κύριο λόγο από όλους αυτούς που όχι μόνο ποτέ τους δεν ψήφισαν κάποιο σχήμα της, αλλά δεν κάνουν και καμία προσπάθεια να κρύψουν τη διαφορετική κομματική τους προτίμηση. Άνθρωποι οι οποίοι ποτέ δεν είχαν σχέση με την Αριστερά, που τα κόμματά τους μετέτρεψαν τους νικητές σε ηττημένους, που τις μόνες κρατικές θέσεις που πρόσφεραν σε «αριστερούς» ήταν θέσεις σε κελιά και εξορίες μέχρι το 1965, και μετά από μικρό διάλειμμα, το 1967, ήρθε η «εθνοσωτήριος» για να προσθέσει τη δική της χολή και υστερία για ακόμα εφτά χρόνια. Αναζητώ την Αριστερά όπως τη γνώρισα, με δράση και πρωτοβουλίες, με άποψη για τη ζωή και τον πολιτισμό, με θέσεις πρωτοπόρες και ριζοσπαστικές, με το κεφάλι ψηλά. Αν αυτή η ενότητα καθυστερεί, θα έπρεπε τουλάχιστον με κάθε τρόπο οι ψήφοι των μικρότερων αριστερών κομμάτων και σχηματισμών να καταμετριούνται, να αποδίδονται εκεί όπου ανήκουν και να μη δίνονται ως προίκα στους δύο μονομάχους.

Έχεις πει ότι «σε κάθε βήμα μιας πρωτοπορίας καραδοκεί η καπιταλιστική αδηφαγία για να μετατρέψει την κάθε αγνή ιδέα σε αισχρό κέρδος». Υπάρχουν σοβαρές εστίες αντίστασης;
Φαντάζομαι ή θέλω να πιστεύω ότι υπάρχουν. Όμως το σύστημα καθορίζει ακόμα και τη ροή του αίματός μας. Ελλιπής εκπαίδευση, αναιμική παιδεία, καταναλωτισμός, πλαστικό χρήμα, ανεργία είναι τα προικιά που δίνουμε στα παιδιά μας. Η πείνα είναι ο χειρότερος σύμβουλος. Σε οδηγεί στην υποτέλεια και την προσχώρηση της εξάρτησης. Έχω δει επαναστατημένους «καλλιτέχνες» να ρεζιλεύονται ακκιζόμενοι με την δήθεν πρωτοπορία και στην ουσία να μην είναι τίποτα περισσότερο από ταξικά απόβλητα και λακέδες σαλονιών των «φιλότεχνων». Κάθε παραχώρηση προς το σύστημα σου αφαιρεί και ένα κομμάτι από την ψυχή σου. Πόσα ταλέντα στύφτηκαν σαν λεμονόκουπες στη διαφήμιση και στα «μεγάλα γραφεία».

Γιατί επιμένεις να λες ότι δεν πρέπει να σταματήσουμε να ακούμε τους νέους και τους ποιητές;
Κατά τη γνώμη μου, οι δυο αυτές κατηγορίες είναι τα τελευταία οχυρά της ανιδιοτέλειας. Για βάλτε με το νου σας δέκα Έλληνες ποιητές και προσπαθήστε να δείτε τη ζωή και το τέλος τους. Γνωστοί «κατόπιν εορτής» και με την πολιτεία παντελώς απούσα. Θα μπορούσα να σας αναφέρω μερικές δεκάδες σύγχρονους Έλληνες ποιητές (συνυπολογίζω και τις ποιήτριες) που με κάνουν όχι μόνο ευτυχισμένο αλλά και περήφανο. Όσο στρυφνοί κι αν είναι μερικοί εγώ τους ακούω προσεκτικά. Και δεν χάνω. Τα παιδιά, μας έχουν δανείσει τον πλανήτη. Φαντάζεστε όμως τι θα τους επιστρέψουμε... Για να μη σας κουράζω, αυτό που λατρεύω και στις δυο ομάδες είναι η αθωότητα. Εκεί βρίσκεται η αληθινή δημιουργία.

Μια ατζέντα σου έχει τίτλο «Που πάνε τα όνειρα όταν ξυπνάμε». Τι θέλει να πει ο «ποιητής»;
Θεωρώ τη γενιά μου την πιο αδικημένη. Πάντα έχανε το τρένο ή ταξίδευε λαθραία. Ενώ γεννηθήκαμε μέσα στον πόλεμο δεν πήραμε χαμπάρι τι συνέβη στην Αριστερά στο τέλος του. Το ροκ εν ρολ, όταν γίναμε έφηβοι, είχε γίνει παρελθόν. Πιστέψαμε πως με τα λουλούδια θα αλλάζαμε τον κόσμο. Αλλά μας τα πούλαγε το σύστημα. Στη μεταπολίτευση μας πρόλαβαν οι νεότεροι και άσε που αρκετοί οργανώθηκαν στο «σοσιαλιστικό κίνημα» πιστεύοντας ότι συμβάλουν στην ανανέωση της Αριστεράς. Αργότερα πολλοί από αυτούς (συγγνώμη που αυτοεξαιρούμαι) μας μίλησαν και για φωτισμένη Δεξιά. Και τότε η ρήση, που έγινε δόγμα, «το νόμιμο είναι και ηθικό» μας οδήγησε στο Μνημόνιο της πάλαι ποτέ σοσιαλιστικής μας συνείδησης. Ακούγομαι απελπισμένος αλλά δεν είμαι. Μπουχτισμένος από τη βλακεία και τη μετριότητα αισθάνομαι. Και το ωραίο είναι ότι οι μέτριοι είναι αυτοί που καταγγέλλουν τη μετριότητα και φυσικά θησαυρίζουν. Τα καθίκια.

Ένα σχόλιο για τη φράση του Τάτλιν «ούτε το παλιό ούτε το καινούργιο αλλά το αναγκαίο;»
Θα μπορούσα να σας μιλάω για ώρες. Ευτυχώς που από την Επανάσταση μου έμειναν αυτοί. Όπως ακόμα ο Μαγιακόφσκι, ο Ροτσένκο,ο Λιζίνσκι, ο Μαλέβιτς, η Ποπόβα, ο Σοστακόβιτς, αλλά και άλλοι «ερυθροκέφαλοι» σαν τον Θελόνιους Μονκ, τον Μάιλς και τον Τζάρετ. Παρακολουθήστε το έργο τους. Τίποτα περιττό. Καμιά φλυαρία ή ψεύτικη διακόσμηση. Το ελάχιστο ως εικόνα και στοιχείο στη δουλειά τους. Οι σκέψεις τους γεμάτες με παραστάσεις, παρατηρήσεις και έρευνα. Κανένας τους δεν θέλησε να γίνει μνημείο του εαυτού του. Οι νέοι έχουν, λοιπόν, πρότυπα για να εμπνευστούν. Η επανάσταση είναι σε αναμονή.

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Μας λείπεις, Μάνο

Μας λείπεις, Μάνο

Του Φαίδωνα Θεοφίλου

Λίγες μέρες πριν, έβλεπα στο Μέγαρο Μουσικής μια εκδήλωση με θέμα
«H ελληνική Ευρώπη». Ανάμεσα στους ομιλητές και ένας μεγάλος Έλληνας δημιουργός που, εκτός των άλλων, είπε:
«Οι δυνάμεις του χάους απεργάζονται τον αφανισμό μας»! Υπό τα μειδιάματα των ξένων συνέδρων…

Την ώρα λοιπόν, που οι Έλληνες, «Είμαστε εις το Εμείς και όχι εις το Εγώ», πληρώνουμε ευσυνείδητα τους φόρους μας, τηρούμε κατά γράμμα τους νόμους, παράγουμε όλων των ειδών τα αγαθά και διαθέτουμε άριστους πολιτικούς που θυσιάζονται για τη χώρα, το μόνο που μας μένει είναι να… κινδυνέψουμε με αφανισμό από τις δυνάμεις του χάους...

Με αφορμή λοιπόν, αυτό το γεγονός, σε θυμήθηκα Μάνο, για το λαμπερό, ριζοσπαστικό και ανατρεπτικό σου πνεύμα.
Το λόγο που έδειχνε τις πληγές μας, που ενοχλούσε έντονα το ελληνικό κατεστημένο και ταυτόχρονα γινόταν λόγος ενεργοποιός.
Θυμάμαι τη φωνή και τη γραφή σου, που λειτουργούσε σαν παράλληλη συνείδηση με αυτήν της βολεμένης κοινωνίας μας.
Εσύ, Μάνο μου, απεχθανόσουν τις φιέστες, τα ταρατατζούμ, τις τιμητικές βραδιές, δίκην ρωμαϊκών θριάμβων, στα στάδια και στα καλλιμάρμαρα, τόσο ξένα όσο και γελοία για το προσωπικό σου μέτρο. Γιόρταζες τα γενέθλιά σου με φίλους στου «Φλόκα», χωρίς την… ανάμειξη του υπουργείου Πολιτισμού και των δημοσιογραφικών συγκροτημάτων…
Η μνήμη μου ανακαλεί, τυχαία, κάποιες σκέψεις σου:
«Όταν συνηθίζουμε στη θέα του τέρατος αρχίζουμε να του μοιάζουμε»,
«Πιστεύω ότι ένας προοδευτικός αριστερός μ’ ένα προοδευτικό δεξιό έχουν πολύ περισσότερα κοινά, από έναν αριστερό μ’ έναν άλλο αριστερό ή ένα δεξιό μ’ έναν άλλο δεξιό».
«Δεν είμαι φιλόσοφος, είμαι απλώς ένας ζωντανά σκεπτόμενος άνθρωπος. Επειδή, όμως, η σκέψη έχει γίνει είδος πολυτελείας στον καιρό μας… φαντάζω σαν φιλόσοφος, ενώ έχω, απλούστατα, κοινό νου».
«…Κι ακούγεται παντού το κάπως φαρισαϊκό μας αίτημα: Η Ταυτότητα. Να μη χάσουμε την εθνική μας ταυτότητα. Αλλά κανείς δεν επιχειρεί να διευκρινίσει ποια στοιχεία ακριβώς συνθέτουν την ταυτότητά μας, για να φροντίσουμε να τα μαζέψουμε και να τα προφυλάξουμε, επιμελώς, μέσα σε πλαστική ή δερμάτινη θήκη.»
Μας λείπεις, Μάνο. Στα εύκολα και στα δύσκολα…

* Ο Φαίδωνας Θεοφίλου είναι ποιητής και πεζογράφος.
[Πηγή: εφημερίδα
Δρόμος]

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

4 κείμενα στην εποχή των εικόνων...

Εδώ και 1 μήνα σχεδόν έχει φουντώσει μια μεγάλη κριτική απέναντι στις απόψεις του καλλιτέχνη Κωνσταντίνου Τσόκλη σε σχέση με το βιασμό και τις ευθύνες του βιαστή. Αναδημοσιεύουμε 4 κείμενα με διαφορετικές κριτικές αλλά με κοινό (κατά τη γνώμη μας) παρονομαστή: η ελευθερία του καλλιτέχνη μπορεί να συμβαδίζει με την αυτοκτονία της σκέψης και τη φαλλοκρατική ιδεοληψία; Παρεμπιπτόντως η συγκεκριμένη συνέντευξη δόθηκε πριν 11 χρόνια.

Κωνσταντίνος Τσόφλης και το αυγό της οχιάς, Πέτρος Αργυρίου, TVXS

Περί βιασμού τους, Τζίνα Πολίτη, Δρόμος της Αριστεράς (οπισθόφυλλο)

Οίκτος για τον Τσόκλη, Μάνος Στεφανίδης, Αυγή

Στην εποχή του Τσόκλη, Γκαούρ, Δρόμος της Αριστεράς

Και το επίμαχο βίντεο: Ο Τσόκλης στην Ιταλία

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010

Ανανέωση της Όπερας της Πεντάρας ή συγκλονιστικό μιούζικαλ της εκατοπενηντάρας;

Κείμενο της Ν. Βαλαβάνη με αφορμή τις παραστάσεις, σκηνοθεσίας Ρόμπερτ Ουίλσον, Όπερα της Πεντάρας:

ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΗΣ ΟΠΕΡΑΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ;
΄Η ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ ΤΗΣ ΕΚΑΤΟΠΕΝΗΝΤΑΡΑΣ;

Με αφορμή τις παραστάσεις σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Ουίλσον
στην Αθήνα
της Νάντιας Βαλαβάνη

Βαθιά μέσα στο Φλεβάρη έφτασε ο απόηχος των τεσσάρων παραστάσεων στην Αθήνα, όλων sold-out, της σκηνοθετημένης από τον Ουίλσον Όπερας της πεντάρας. Με αιχμή το εξωφρενικό εισιτήριο, απίθανα ακριβότερο απ’ ότι στο Βερολίνο ή άλλες ευρωπαϊκές πόλεις*, αλλά και τις εξίσου διθυραμβικές κριτικές.
Έχοντας σκάσει κι εγώ το 100ρικο μου, βγήκα από την παράσταση με εξαιρετικά ανάμικτες σκέψεις και αισθήματα.

Η Πτήση πάνω απ’ τον ωκεανό αλά Ουίλσον

Κανονικά δε θα έπρεπε. Είχα ήδη μια πρώτη γεύση σκηνοθεσίας Μπρεχτ αλά Ουίλσον, την πρώτη και μοναδική του μέχρι την Όπερα, στο Βερολίνο το 1998 - και τότε με το πάλαι ποτέ θέατρο του Μπρεχτ, το Μπερλίνερ Ανσάμπλ: Τον είχαν προσκαλέσει

ν΄ ανεβάσει την Πτήση πάνω απ’ τον ωκεανό, ένα ραδιοφωνικό διδακτικό θεατρικό έργο – άρα ελεύθερο από οποιαδήποτε σκηνική σύμβαση. Και τότε είχε δηλώσει «δεν έχω ποτέ μελετήσει ή ασχοληθεί με τον Μπρεχτ», αλλά όλοι του λένε ότι η σκηνοθετική του προσέγγιση είναι μπρεχτικά αποστασιοποιητική. Τα ίδια δήλωνε και στον ελληνικό τύπο 12 χρόνια αργότερα: Προφανώς ο χρόνος δεν τον έκανε μελετηρότερο. Θυμάμαι την τότε παράσταση σαν μια εικαστική έκρηξη, χρωμάτων και κινούμενων ταμπλώ-βιβάν, με αιωρούμενους ποδηλάτες και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί να περνάει από τη σκηνή, ένα οπτικό ποίημα. Όταν τερματίστηκε ο καταιγισμός των αισθήσεων, συνειδητοποίησα ότι δεν είχα προσέξει λέξη από το κείμενο του Μπρεχτ, «ραδιοφωνικά» εκπεμπόμενο πίσω απ’ το πανόραμα, ενώ η μουσική του Βάιλ είχε επίσης «διαλυθεί» μέσα στα κινούμενα χρώματα: Τελικά είχε επιτευχθεί όχι κάποια, έστω υπερβολική, «αποστασιοποίηση», αλλά ένα πλήρες «διαζύγιο» από το έργο…

Ένα συγκλονιστικό θέαμα στη σκηνή του «Παλλάς»

Τι είχα δει, λοιπόν, στη σκηνή του «Παλλάς»; Αναντίρρητα είχα ζήσει ξανά μια σημαντική σκηνική εμπειρία, περισσότερο «λειασμένη» και «πειθαρχημένη» από τεχνική άποψη απ’ ό,τι τότε στο Βερολίνο. Με τους ηθοποιούς του Μπερλίνερ Ανσάμπλ, μια πραγματική «μηχανή θεάτρου», να αποδεικνύουν για άλλη μια φορά τι είναι ικανοί να κάνουν. Σε ύφος «βωβού σινεμά και ψαλλιδοκοπτικής των αρχών του αιώνα ανάμεικτο με καρτούν αλά Σίμπσονς, ανδρόγυνη τόλμη στη φιγούρα του φονιά Μακχίθ, απόκοσμη χροιά στα λευκά πρόσωπα, μαριονετίστικες κινήσεις, χιούμορ και θεατρική εκτέλεση της μουσικής του Βάιλ» (Άννυ Κολτσιδοπούλου, Theatreworld.wordpress.com, 30.9.2009). Όλα με μια μηχανική ποιότητα, θα συμπλήρωνα, σαν ξεδίπλωμα ενός εξαιρετικά καλοκουρντισμένου μηχανισμού, με αναφορές ακόμα και στα «μηχανικά μπαλέτα» του Μπαουχάουζ όσο και στα γιαπωνέζικα μάνγκα, μ΄ έναν εκλεκτικισμό που μόνο μια μεταμοντέρνα ιδιοφυία σαν τον Ουίλσον θα μπορούσε τόσο αποτελεσματικά να συνδυάσει.
Είχα δει όμως Μπρεχτ;
Επειδή αισθάνομαι σαν να είμαι η μόνη στην Ελλάδα που πίσω από αυτό το «πολύπλοκο χάι τεκ σύμπαν» (Αντιγόνη Καράλη, Έθνος) μάταια αναζήτησα τη γνώριμη αναιδή, οξεία και διεισδυτική επίθεση Μπρεχτ και Βάιλ στις κοινωνικές σχέσεις της καπιταλιστικής πραγματικότητας, επιτρέψτε μου ν΄ αναφερθώ συνοπτικά σε κάποια σημεία στα οποία συγκλίνουν οι, επίσης διθυραμβικές, γερμανικές κριτικές κατά την πρεμιέρα της παράστασης στο Βερολίνο το 2007.

Design και ξεκουκούτσιασμα

Σύμφωνα με το Spiegel online (Χενρίκε Τόμσον, 28.9.2007), «το design κατέχει προγραμματική θέση. Ο Ρόμπερτ Ουίλσον σκηνοθέτησε την Όπερα της πεντάρας στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ ως μιούζικαλ ρουτίνας με εφέ τύπου Μίκι Μάους. Τέτοιας κομψότητας Όπερα δεν έχουμε ξαναδεί. Από μουσική και παραστατική άποψη είναι η καλύτερη σκηνοθεσία της Όπερας της πεντάρας των τελευταίων χρόνων… Με τη σκηνοθεσία του Ουίλσον το Smash-Hit των Μπρεχτ και Βάιλ εισέρχεται επιτέλους στο μεγάλο εμπορικό θέατρο».
Το design, βέβαια, κυριαρχεί σε βάρος του περιεχομένου – όχι άδικα ο Ουίλσον έχει αποκληθεί «ποιητής του επιφανειακού». Έτσι σύμφωνα με τον Νικόλαους Μερκ (Nachkritik.de, 27.9.2007), «με τη στρατηγική του της αισθητικοποίησης και του στιλιζαρίσματος εξορκίζει κάθε περιεχόμενο… Ο Ουίλσον έφερε μαζί το πολυμίξερ του. Μέσα του μπορεί κανείς να βάλει ένα θεατρικό έργο… και το τελικό προϊόν να φαίνεται πάντα πανομοιότυπο. Είτε πρόκειται για Σέξπιρ είτε για Μίλερ ή Μπίχνερ ή Μπρεχτ: Τα πάντα φαντάζουν γελωτοποιά, στιλβωμένα, τέλεια…»
Την ίδια άποψη έχει και ο κριτικός της Sueddeutsche Zeitung (29-30.9.2007) Πέτερ Λάουντενμπαχ: «Ο Ουίλσον διαρρηγνύει τη συγκινητικά αφελή πίστη ότι η Όπερα της πεντάρας είναι πολιτικό έργο… Αφαιρεί το κουκούτσι απ’ το θεατρικό έργο, κι αυτό είναι το καλύτερο που μπορεί να του συμβεί. Το περιεχόμενο διαλύεται μέσα σε νούμερα όλο βιρτουοζιτέ, παρελαύνουσες φιγούρες του θεάτρου σκιών και σε όμορφες για το μάτι αλλαγές φωτισμού. Τα τζαζαρισμένα μουσικά «χτυπήματα» του Βάιλ και τα κυνικά καλαμπούρια του Μπρεχτ, που στη λίθινη εκείνη εποχή του πρώτου μισού του 20ου αιώνα επιδρούσαν σοκάροντας, γίνονται αντικείμενα της μοναδικής μεταχείρισης που θα μπορούσαν να τύχουν ακόμα σήμερα: Της επαγγελματικής διασκέδασης. Της πιο καθαρής βιομηχανίας του θεάματος.»
Και η Ιρένε Μπάτσινγκερ (Frankfurter Allgemeine Zeitung, 29.9.2007) υπερθεματίζει στην ίδια κατεύθυνση: «Ξεδοντιασμένη από τον Ουίλσον, που της έχει αφαιρέσει ανελέητα κάθε πολιτική αξίωση, η Όπερα της πεντάρας αναδύεται πλήρως ανανεωμένη και εκπληκτικά δροσερή μέσα απ’ την κομψή όσο και κυριαρχικά θυσιαστική μεταχείριση του: Ένας διασκεδαστικός μύθος των μεγαλουπόλεων από την εποχή που οι άνθρωποι κάπνιζαν αδιάκριτα παντού, έτρωγαν στο τραπέζι μέχρι να χορτάσουν χωρίς να υπολογίζουν θερμίδες και πήγαιναν στα μπορντέλα αντί ν΄ αναζητούν την απόλαυση τους στα κομπιούτερ.»

«Που πήγε το μαχαίρι;…»

Στο Tagespiegel.de (29.9.2007) έχουν όμως ακόμα ερωτηματικά: «Το πρεκαριάτο του Μπρεχτ ο Γουίλσον το αντιμετωπίζει σαν θεατρικό παιχνίδι με μαριονέτες και αναγκαία τίθεται ήδη το τόσο τυπικά γερμανικό ερώτημα: Τι απέμεινε απ’ το πολιτικό περιεχόμενο; Ο Μπρεχτ κι ο Βάιλ είχαν την αδιαντροπιά να σπάνε πλάκα στο έργο με την παθητική διαχείριση του κοινωνικού ζητήματος. Οι θεατές ένιωθαν καθυβρισμένοι – και τι μ΄ αυτό, παρακαλώ; Ο Ουίλσον δεν έστησε μια παράσταση για το πρεκαριάτο… ούτε για τη νομοθεσία Hartz IV… ούτε μια παράσταση ερωτική… Το όλο είναι μια πάρα πολύ μεγάλη δόση «ενιαίου έργου τέχνης» σε μεσαία επαγγελματική θερμοκρασία – ούτε καυτό ούτε παγωμένο… Και μπροστά στη σκηνή σκέφτεται κανείς: Που πήγε το μαχαίρι, η κοφτερή εξυπνάδα, η τραχιά ειρωνεία;»
Μακχίθ-βαμπ, κ.Πίτσαμ-καρχαρίας, Τζένι από γυαλί

Όλοι λίγο πολύ μένουν σύμφωνοι ότι αν από τους ηθοποιούς του Μπερλίνερ Ανσάμπλ ο Στέφαν Κουρτ ως ανδρόγυνος Μακχίθ είναι αξιοπερίεργος - μια «κούλ βαμπ», μια «ντόμινα» με «ξανθά, οντουλαρισμένα μαλλιά ως κλώνος της Μαρλένε Ντίτριχ, του Χανς Άλμπερς, του Γκούσταφ Γκρίντγκενς, μια αστραφτερή προνύμφη» (Tagespiegel.de) -, o σημαντικότερος ερμηνευτικά είναι ο Γίργκεν Χολτς ως κ.Πίτσαμ: Σύμφωνα με τον παραπάνω κριτικό, «αυτός [όχι ο Μακχίθ] είναι εδώ ο καρχαρίας με τα δόντια».
Η κριτικός του Spiegel online προχωρά περισσότερο: «Αν και ο Χολτς είναι βαμμένος με την ίδια λευκή κλοουνίσια μπογιά όπως κι οι υπόλοιποι, αν κι εκτελεί μέχρι κεραίας τις στιλιζαρισμένες χειρονομίες και στάσεις που του υπαγόρευσε ο Ουίλσον, μαζί του αισθανόμαστε ότι επιστρέφουμε σε μια σκηνοθεσία της Όπερας 30 χρόνια πριν. Ο Χολτς ως ένας απ’ τους ηθοποιούς που μεσουρανούσαν στις σκηνές της DDR προερχόμενος από τη σχολή των σκηνοθετών-μαθητών του Μπρεχτ όπως ο Μπένο Μπεσόν, ο Άντολφ Ντρέζεν και ο Χάινερ Μίλερ, έχει τον γνήσιο Μπρεχτ κατά κάποιο τρόπο χαραγμένο στα κόκαλα του. Μαζί του ακούει κανείς ακόμα τον τόνο των παλιότερων εποχών, τόσο αθυρόστομο όσο και ακριβή, με τις λέξεις να διατηρούν τη γεύση της κανονικής τους έννοιας. Με έναν ορισμένο τρόπο ο Χολτς υπονομεύει τη σκηνοθετική προσέγγιση του Ουίλσον και μας υπενθυμίζει αυτό που λείπει: Το ρέμπελο στοιχείο, τη βρωμιά, που η Όπερα της πεντάρας έκανε …πολιτικό.»
Όσο για την κορυφαία στιγμή της παράστασης, όλοι συμφωνούν ότι είναι το σόλο που τραγουδά η Άνγκελα Βίνκλερ ως Τζένι, έχοντας προδώσει για δεύτερη φορά τον Μακχίθ: Με φωνή τρεμουλιαστή, ξεδιπλώνοντας έναν ήχο σαν πριόνισμα, ένα θολό βιμπράτο. «Δεν καταλαβαίνεις λέξη από το τραγούδι, αλλά η φωνή της φαίνεται ν΄ αφομοιώνει τα πάντα και να δημιουργεί για λίγα λεπτά έναν ονειρικό κόσμο από γυαλί.»

«Δεν καταλαβαίνεις λέξη…»

Η ερμηνεία της Βίνκλερ στο «Τραγούδι του Σολομώντα» ήταν όντως συγκλονιστική. Το κλειδί, όμως, του σκηνοθετικού «αγγίγματος» της Όπερας αλά Ουίλσον βρίσκεται στη φρασούλα: «Δεν καταλαβαίνεις λέξη από το τραγούδι…» Να θυμηθούμε τη βασική υπόδειξη Μπρεχτ και συνθετών του για την ερμηνεία των θεατρικών τραγουδιών; Οι λέξεις να προφέρονται ξεκάθαρα, οι στίχοι να «ακούγονται», η μουσική κι η ερμηνεία να τους υπηρετούν, όχι το αντίθετο.
Συμφωνώ απολύτως με την ουσία της παρατήρησης της Σωτηρίας Ματζίρη, που μαζί με το Θόδωρο Παρασκευόπουλο έχουν πρώτοι μεταφράσει τα τραγούδια στα ελληνικά, ότι «ευτυχώς που (ο Ουίλσον) δεν αντιλήφθηκε ποτέ ότι η ελληνική μετάφραση των τραγουδιών, αποδίδοντας μονάχα την περίληψη τους και αυτό στο περίπου, μας στέρησε τη χαρά του μισού έργου» (Ελευθεροτυπία, 30.1.2010). Πιστεύω ωστόσο ότι αυτό δε θα τον στενοχωρούσε ιδιαίτερα. Την «καταστροφή στα ελληνικά» των τραγουδιών των Μπρεχτ-Βάιλ θα την προσέθετε μάλλον στο αυθόρμητο «αποτέλεσμα αποστασιοποίησης» που πετυχαίνει μέσω μιας καθαρά φορμαλιστικής σκηνοθετικής προσέγγισης.

Έτσι στην Αθήνα μείναμε να γιορτάζουμε την ανανέωση του μπρεχτικού πνεύματος μέσω του Ουίλσον, αφήνοντας τους πολύ πιο έμπειρους Γερμανούς να διατυπώνουν χωρίς ταλαντεύσεις, μαζί με το Spiegel online, το καθ’ ημάς ανείπωτο: «Το Βερολίνο βρήκε επιτέλους το Musical-Hit που τόσο καιρό περίμενε».
------------------------------------------------------------------------
* Όπως σημείωσε blogger, οι Μπρεχτ και Βάιλ μπορεί να έγραψαν την Όπερα της πεντάρας, αλλά στην Αθήνα ήρθε ως «όπερα της εκατοπενηντάρας»…

δημοσιεύτηκε στη σημερινή Αυγή.

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

Έτσι θα θυμάμαι τον Γενάρη του 2010

Κυκλοφόρησε σήμερα το δεύτερο τεύχος της εφημερίδας "δρόμος".
Διαβάστε:

· Απαιτούμε δεν επαιτούμε, του Μανώλη Γλέζου

· Τα goldman boys του ΠΑΣΟΚ, του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

· Να ανοίξει το μέτωπο των αγώνων, του Γιώργου Κατερίνη

· Χώρα υπό οικονομική κατοχή, της Αριάδνης Αλαβάνου

· Έτσι θα θυμάμαι τον Γενάρη του 2010, της Νάντιας Βαλαβάνη

· ΗΠΑ: Ένας χειμώνας με χιλιάδες Δεκέμβρηδες, του Γιώργου Tσίπρα

· ΗΣΑΠ: Το τρένο της αθλιότητας, του Νίκου Ταυρή

· 24 ώρες χωρίς εμάς, της Αλεξάνδρας Χριστακάκη

· Το «American History X» των Αμπελοκήπων, του Λεωνίδα Σακλαμπάνη

· Μυρμήγκια, του Μάριου Διονέλλη

· Ηλίας Παπαγιανόπουλος: Ευτυχώς τον συνάντησα, του Τάσου Μπίρα

· Συνομιλώντας με την Άλκη Ζέη, μια αποκαλυπτική συνέντευξη για τα χρόνια της ΕΠΟΝ, Συνέντευξη στην Έλενα Πατρικίου

· Οι άνθρωποι-αρουραίοι και ο Αλέν Μπαντιού, του Στέλιου Ελληνιάδη

· Ακόμα γράφουν: ο Κώστας Μελάς, η Αναστασία Μαρτσούκα, ο Βασίλης Δαλκαβούκης, ο Γρηγόρης Καλομοίρης, η Μαίρη Ευθυμιάτου, η Κατερίνα Παγουλάτου, ο Θεόφιλος Συχλετίδης, ο Βασίλης Τσάκος, η Ξένια Πηρούνια, ο Βασίλης Κεχαγιάς, ο Δημήτρης Αβυδηνός, ο Στάθης Γκότσης, η Μαρία Γασπαρινάτου, ο Κώστας Στοφόρος κ.α.

Μιλούν η Σύλβια Κοιλάκου, ο Παύλος Τουμανίδης κ.α.

Ο «δρόμος» κάθε Σάββατο στα περίπτερα...

Στη συνέχεια δημοσιεύουμε το ποίημα της Ν. Βαλαβάνη που δημοσιεύεται στο οπισθόφυλλο του σημερινού δρόμου:
ΕΤΣΙ ΘΑ ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΟ ΓΕΝΑΡΗ ΤΟΥ 2010

Τότε που στο μεγάλο κύμα κρύου στην Ουαλία, τη Daisy
οι πρώην ανθρακωρύχοι έκαιγαν για θέρμανση
εγκυκλοπαίδειες και άλλους τόμους συμπαγείς που κάνουν
εξαιρετική φωτιά και τα βιβλιοπωλεία μεταχειρισμένων
ξεπουλούσαν. Ασυγχώρητοι οπαδοί
του Πέπε Καρβάλιο ίσως. Ή απλώς υπέκυψαν
στον αδυσώπητο υπολογισμό: ένα κιλό βιβλία
100 φορές φθηνότερο από ένα κιλό κάρβουνο

Τότε που την Πρωτοχρονιά απ΄ τη Βαυαρία
ξεκίνησε η λειτουργία της ELENA, υπολογιστή
με φακέλους 40 εκατομμυρίων μισθωτών
πότε έλειψαν απ’ τη δουλειά από αρρώστια ή άλλη αιτία
πότε τους απηύθυνε προειδοποίηση ο προϊστάμενος
πότε επέδειξαν απρεπή ή παράνομη εργασιακή συμπεριφορά
πότε συμμετείχαν σε απεργιακή κινητοποίηση
κάθε φακελωμένος 56 σελίδες ερωτήματα

Μεταφεμινισμός; Φυσικά φαινόμενα
ή κοινωνικές καταστροφές αδιάκριτα βαφτισμένα
με γυναικεία ονόματα

Τότε που στο Πορτ-ο-Πρενς η 15χρονη Φαμπιέν Σερισμά
κυνηγός «ευκαιριών» στα καταστήματα - ένα σαπουνάκι
μια χτένα, ένα βάζο, ένα σουτιέν –
να το πουλήσει στο δρόμο μερικά σεντς παραπάνω
και το βράδυ να πάει σχολείο
κειτόταν πλάι στα χαλάσματα
με δυο αστυνομικές σφαίρες στο κεφάλι
(στις λεηλασίες έτρεχε με τρία πλαστικά καδράκια
αγκαλιά, στη φωτογραφία σιωπηλοί αδιάψευστοι μάρτυρες
κάτω απ’ το σώμα της)
«Ήταν πολύ έξυπνη», είπε ο πατέρας της
«Το κεφάλι της ήταν γνώσεις γεμάτο»

Τότε που στην Αθήνα «κοράκια
από ομίλους διεθνών πειρατικών κεφαλαίων» και ευρωπαίοι
υπάλληλοι και τραπεζίτες δια βίου εξασφαλισμένοι
κόβανε μισθούς-κατοστάρικα
υγεία-παιδεία-τέχνη ήδη κουρέλια, μια άσκηση-Φρανκεστάϊν
με εκατομμύρια ανθρώπους για πειραματόζωα
καθορίζοντας την ανθρώπινη θυσία
μέσα από τα δημόσια οικονομικά
Και τα μέσα πληροφορούσανε ολημερίς
τα θύματα, dead men and women walking: πόσο αναγκαία
και αναπόφευκτη είναι η θυσία τους

Παγερή ανάσα στο σβέρκο, σπασμοί στην καρδιά, υποχωρήσεις
απρόσκοπτες, καταγγελίες «επικοινωνιακές», πολλαπλασιαστής
ξεχασμένων ευκαιριών και χαμένων δυνατοτήτων, ν΄ αφεθείς
στα αισθήματα της στιγμής, ανάγκες, ανταλλαγές ύβρεων
και σκέψεων, ιδιοκατασκευές, εγχείρημα ανασυγκρότησης,
περιστάσεις έγκυες γεγονότων ή απλώς
με κοιλιά πρησμένη απ’ την αβιταμίνωση, θα ‘πρεπε
να σηκωθούνε και οι πέτρες, ανακατάληψη
μιας ελπίδας διφορούμενης, φίλοι παλιοί και σύντροφοι
καινούργιοι, σταυροί και ασπασμοί στο μέτωπο…

Έτσι θα θυμάμαι το Γενάρη του 2010

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

"Πόσο ΒΑΘΙΑ θα μπει το μαχαίρι στην ΨΥΧΗ;", για την ταινία του Π. Βούλγαρη

Μια εξόχως ενδιαφέρουσα κριτική του Χρίστου Γιοβανόπουλου για τη νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη "Ψυχή Βαθιά" χρήσιμη για όσους έχουν δει ή σκοπεύουν να δουν την ταινία, πράγμα που φυσικά σας προτρέπουμε να κάνετε. Μέρος της δημοσιεύεται στην εφημερίδα Αριστερά! μαζί και με μια λίγο διαφορετική προσέγγιση του Γιώργου Κατερίνη.

Πόσο ΒΑΘΙΑ θα μπει το μαχαίρι στην ΨΥΧΗ;

Η Ψυχή Βαθιά του Βούλγαρη εντάσσεται σε έναν κύκλο ταινιών των τελευταίων χρόνων που ασχολούνται με ανοιχτές ακόμα πληγές του 20ού αιώνα, κύρια ενδοεθνικής βίας και συγκρούσεων. Κοινό χαρακτηριστικό τους η επαναδιαπραγμάτευση ιστορικών στιγμών που διαμόρφωσαν τη συλλογική μνήμη μέσα από σχήματα που μοιάζουν πλέον αδόκιμα. Η ανάγκη υπέρβασης τους, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι νέες αναγνώσεις είναι απελευθερωμένες από τον κυρίαρχο λόγο των «νικητών». Συνήθως
η αναθεωρητική ματιά αποτυπώνει σημερινούς ιδεολογικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς παρά το παρελθόν πάνω στο οποίο προβάλλεται.

Ωστόσο η αντιμετώπιση της ταινίας σαν παραγραφή της ιστορικής αλήθειας δεν βοηθάει κι επαναλαμβάνει το ατόπημα του Βούλγαρη να μεταθέτει το σήμερα στο χθες, ξεχνώντας τι έχει μεσολαβήσει. Η ταινία δεν μπορεί να κριθεί με βάση την πιστότητα αναπαράστασης της «ιστορικής αλήθειας», κι εδώ η ρεαλιστική γραφή της μπερδεύει, ενισχύοντας αυτή την τάση. Οι απεικονήσεις μαχών ή του νοσοκομείου του εθνικού στρατού, που τείνουν στην παρωδία ακριβώς λόγω του υπέρ-ρεαλισμού τους, υπογραμμίζουν και από αισθητικής πλευράς το πρόβλημα: το ότι δηλαδή ο Βούλγαρης καταφεύγει στον ρεαλισμό για να προσδώσει ιστορική εγκυρότητα στην άποψή του - ενώ στην πραγματικότητα φανερώνει την αδυναμία αναγνώρισης της ιστορίας. Πράγμα που ισχύει και για όποιες κριτικές προσεγγίσεις μένουν στο αυτώ επίπεδο.

Σαν αντιπαράδειγμα θα μπορούσε ν’ αναφερθεί η εκμετάλλευση του φανταστικού στοιχείου από τον Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο στον Λαβύρινθο του Πάνα, ταινία για την ισπανική επανάσταση, όπως και η μεταμοντέρνα αποδόμηση της κυρίαρχης δυτικής αφήγησης για τον Δεύτερο Παγκόσμιο στο Άδωξοι Μπάσταρδη του Ταραντίνο. Ξεφεύγοντας από τον ρεαλισμό, οι ταινίες αυτές ακυρώνουν μία στείρα διλημματική αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο, παγωμένα στον (παρελθοντικό) χρόνο πλέον, στρατόπεδα. Αντίθεση που αν ίσχυε την εποχή της σύγκρουσης, αδυνατεί να αναγνωριστεί από τη σκοπιά των σημερινών κοινωνικών ανταγωνισμών και υποκειμένων.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι η επισήμανση ενός τρίτου υποκειμένου που διεμβολίζει και τα δύο στρατόπεδα σε μία προσπάθεια κριτικής υπέρβασής τους. Αυτή η τακτική καθορίζει την γωνία της αφήγησης, όπως και το πεδίο μέσα στο οποίο συγκροτείται η ιδεολογία της ταινίας. Ο Βούλγαρης επιλέγει δύο ανήλικα αδέρφια που τυχαία στρατολογήθηκαν, ο ένας από τον ΔΣΕ και ο άλλος από τον εθνικό στρατό, για να αναπαραστήσει το υποτελές υποκείμενο λαό, που δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την πολιτική έκφραση των καταπιεζόμενων τάξεων. Η επιλογή του δεν είναι πρωτόγνωρη: είχε προηγηθεί, π.χ., το Ο Άνεμος Χορεύει το Κριθάρι του Κεν Λόουτς για την ενδοϊρλανδική διαμάχη.

Ο Βούλγαρης κρίνεται στην προσπάθεια του να οπτικοποιήσει την μεταφορά του έθνους σαν οικογένεια όπου κάθε ενδοεθνική σύγκρουση είναι αδελφοκτόνος πόλεμος – παγίδα που ο Λόουτς απέφυγε θέτοντας τα δύο αδέρφια μπρος στα πολιτικά διλλήματα της σύγκρουσης τους, καθιστώντας τα υποκείμενα του συνειδητά, κυρίαρχα των επιλογών τους. Αντίθετα τα αδέλφια στην Ψυχή Βαθιά στερούνται αυτής της δυνατότητας καθώς οι πράξεις τους είναι αποκομμένες από την ιστορική συγκυρία. Εμφανίζονται σαν πρόσωπα αρχαίας τραγωδίας, με την τύχη τους να ορίζεται πλήρως από κάποια ανώτερη δύναμη (θεός, μοίρα, εξουσία)· οι πράξεις τους δεν επηρεάζουν την τελική έκβαση των πραγμάτων, παρά αναπαριστούν «την τραγική μοίρα του απλού ελληνικού λαού να πληρώνει πάντα αμαρτίες αλλωνών». Εξαρχής δομούνται μέσα σε ένα προ-αποφασισμένο τέλος αντί να διαμορφώνονται οργανικά μέσα από τις συγκρούσεις τους διαμορφώνοντας τις εξελίξεις γύρω τους. Δεν έχουν δική τους ζωή, και είναι γι’ αυτόν το λόγο που η τακτική της «αρχαίας τραγωδίας» εδώ γίνεται μελόδραμα και οι ήρωές της θυματοποιούνται. Παραδόξως ο Βούλγαρης εδώ είναι πιστός στην τακτική θυματοποίησης των ηρώων, των «καλών που θα δικαιώσει η ιστορία», μιας ηττοπαθούς αριστερής αγιογραφίας κυρίαρχης στην Ελλάδα από τους «υπερασπιστές» του αντάρτικου.

Οι Άδωξοι Μπάσταρδη του Ταραντίνο δίνουν ένα πολύ καλό παράδειγμα μίας διαφορετικής τραγικότητας του «υποτελούς υποκειμένου», που η θυσία του δεν σημαίνει την θυματοποίησή του. Στο πρόσωπο της Εβραίας και του Αφρικανού Γάλλου που σκοτώνουν τον Χίτλερ και πεθαίνουν και αυτοί μαζί, εικονογραφείται ο ρατσισμός των ναζί και της αποικιοκρατίας και δουλείας της υπόλοιπης Δύσης αντίστοιχα. Παρά το μεταμοντέρνο παιχνίδι της ταινίας με την ιστορία, το υποτελές υποκείμενο είναι το μόνο που συγκροτείται ιστορικά. Και από εκεί αντλεί τη δύναμη του να δράσει και ν’ αντισταθεί στη θυματοποίησή του, αν και πάντα δράει μέσα στα όρια του κυρίαρχου λόγου και συσχετισμών, παραμένοντας το ίδιο και η αντίσταση του ανολοκλήρωτα.

Ο Βούλγαρης όμως δεν παρουσιάζει μόνο τον λαό, κόντρα στα δύο στρατόπεδα, σαν υποτελές υποκείμενο, αλλά και την Ελλάδα σαν υποτελές υποκείμενο απέναντι στις δύο μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Ο εθνικός στρατός και ο ΔΣΕ απεικονίζονται σαν η ενσάρκωση σε εθνικό επίπεδο της αντιπαράθεσης ΗΠΑ-ΕΣΣΔ που υπαγόρευε τις πράξεις τους, σαν να μην υπήρχαν ντόπιοι λόγοι και αντιθέσεις μέσα στο έθνος που εμφανίζεται να ενώνει σαν υπερ-ιστορική μοίρα τους πάντες. Η ηγεσία του εθνικού στρατού παρουσιάζεται να εκτελεί εξαναγκαστικά (και μάλλον απρόθυμα), σαν μαριονέτα τις εντολές των αμερικανών. Έτσι εμφανίζεται κι αυτή σαν θύμα της εθνικής καταπίεσης αντί για υλοποιητής της, και σαν ‘εκ των πραγμάτων’ ανίκανη να αντιδράσει κηρύττεται άμοιρη ευθυνών. Είναι ενδιαφέρον εδώ το πώς ο ραγιαδισμός του εθνικισμού εικονοποιείται άκρως ‘ρεαλιστικά’ (κατά τον τύπο) σαν η τραγική ενσάρκωση της ιδέας και ρητορικής της εξάρτησης στους Αμερικανούς, αδειάζοντας την ανάλυση αυτήν από όποια δύναμη αυτενέργειας και πνεύμα ανεξαρτησίας, δηλαδή από το πολιτικό της πρόταγμα.

Έτσι παρακάμπτεται και πάλι το ζήτημα της πολιτικής βούλησης και καθαγιάζονται όλοι στην κολυμβήθρα της εθνικής τραγωδίας του πολέμου κάποιων άλλων. Η ιστορία, στην ταινία, είναι απούσα από τον Γράμμο και το Βίτσι. Εκεί υπήρχε μόνο σαν τραγωδία, σαν προδιαγεγραμμένη υλοποίηση συμφωνιών των δύο μεγάλων. Αν σε κάτι είναι συνεπής ο Βούλγαρης είναι στην αντίληψη του πως την ιστορία την γράφουν οι δυνατοί. Πως οι λαοί (ή τα μικρά έθνη) είναι πάντα οι τραγικά άμοιροι που δεν μπορούν να αποφύγουν την ιστορική τους μοίρα. Και είναι αυτό το πατροναριστικό πνεύμα που εφαρμόζει και στην εργαλειακή αναπαράσταση των ηρώων του ακυρώνοντας την δική τους αυτενέργεια («καλή» ή «κακή»), προκειμένου να αδελφοποιήσει τους πάντες μέσα από μία τέτοια (εξωιστορική) αθώωση τους.

Αν έχει αξία η ταινία είναι ακριβώς γιατί δείχνει την εξουθένωση της ρητορικής της «τραγωδίας του εμφυλίου», παράγωγο της εποχής της «ειρηνικής συνύπαρξης» και της «εθνικής συμφιλίωσης», και της αντίστοιχης πολιτικής κουλτούρας και μυθολογίας της εποχής της ενσωμάτωσης της αριστεράς στον εθνικό κορμό. Επιβεβαιώνει ακόμη την ανικανότητα της φυγής στο τραγικό, στην «ιστορική» μοίρα (ή την παρουσίαση της ιστορίας σαν μοίρα) και στον ουμανισμό, σαν ερμηνευτικά σχήματα. Και με μία έννοια χτυπάει σινιάλο για την αριστερά. Γιατί στο κενό που αφήνει αυτό το τέλος, εμφανίζονται –βίαια- άλλες φαντασιακές ερμηνείες των επαναστατικών κι αντάρτικων παραδόσεων του ελληνικού λαού (επίσης αναπαράγοντας ‘ρεαλιστικά’ τυπολογίες), από τη μια, αλλά και εκκλήσεις, από καθώς πρέπει μερίδων της «αριστεράς», για καταδίκη της «τρομοκρατίας», από την άλλη.

Υ.Γ.1 Και μόνο η αναφορά στο δεύτερο αντάρτικο σαν «εμφύλιο», αντί επανάσταση, εκχωρεί όποια άποψη αναπτυχθεί για αυτή την περίοδο, όσο ριζοσπαστική κι αν είναι, στον κυρίαρχο λόγο των μοναρχοφασιστών. Τουλάχιστον ο ισπανικός εμφύλιος αναφέρεται και σαν ισπανική επανάσταση. Κι εδώ, δηλαδή στην επικράτηση του όρου «εμφύλιος», η ελληνική Αριστερά φέρει μεγάλες ευθύνες, που δεν σβήνονται με φτηνές κινήσεις καταγγελίας της ταινίας, που στο κάτω κάτω αποτελεί παιδί της κουλτούρας (πολιτικής και πολιτιστικής) αυτής ακριβώς της Αριστεράς της ‘ειρηνικής συνύπαρξης’ και ‘εθνικής υπευθυνότητας’.

Υ.Γ.2 Οι αυταπάτες των ανταρτών για βοήθεια από την ΕΣΣΔ θα μπορούσαν, ειδωμένες σαν αρνητικό φιλμ, να αποτελέσουν κριτική στον ακολουθητισμό της ηγεσίας του ΚΚΕ, τότε και μετά, στην έλλειψη εμπιστοσύνης της ηγεσίας στις δυνάμεις του ελληνικού λαού και στη μετάθεση ή αποποίηση των ευθυνών της. Αλλά η τακτική του Βούλγαρη να ‘θυματοποιεί’ το ίδιο ηγεσίες και απλούς οπλίτες κόντρα στις ‘ξένες’ δυνάμεις, απαγορεύει κάθε διαμάχη γραμμών ή διαφορά αντιλήψεων στο εσωτερικό κάθε στρατοπέδου να φανεί. Αυτό που ενδιαφέρει είναι η συγκρότηση της εθνικής ενότητας. Παρά τον ηρωϊσμό και ειλικρίνια (στις διαθέσεις και πίστη) των απλών ανταρτών αυτό που κυριαρχεί όσων αφορά τον πολιτικό τους λόγο, είναι η ταύτιση με αυτόν του καπετάνιου και η άκριτη αποδοχή της (παραληρηματικά αποδιδόμενης) ιδεοληψίας του για τον Στάλιν, την ΕΣΣΔ, την ‘ξένη βοήθεια’. Έτσι η αυτοκτονία του καπετάνιου με την ήττα και την τραγική κατάρρευση των αυταπατών του, ενώ θέτει το ζήτημα των πολιτικών πιστεύω σαν μύθων και/ή της «ιδεολογίας σαν ψευδή συνείδηση» κατά τον Μαρξ, εμφανίζεται κι εδώ αναποδογυρισμένη σαν κριτική στην παράνοια και τον τυχοδιωκτισμό (της ηγεσίας του Ζαχαριάδη και) του δεύτερου αντάρτικου. Της στιγμής δηλαδή που ο ελληνικός λαός αντιστάθηκε στα προσυμφωνημένα των τρανών σηκώνοντας το ανάστημα και τα όπλα του κόντρα σε αυτούς (Έλληνες ή ξένοι είναι αδιάφορο) που ήθελαν να επιβάλουν τα συμφωνημένα ερήμην του.

Υ.Γ.3 Αν υπάρχει ένας λόγος που η τραγικότητα της σκηνής δεν λειτουργεί είναι ξανά λόγω του ρεαλισμού της, που εδώ σώζει τον θεατή, μποϋκοτάροντας την αληθοφάνεια της: σαν παρωδία από την μία και ‘συγχρονικότητα’ από την άλλη.
Σαν παρωδία λόγω της κακής ηθοποιίας ή κακής σκηνοθετικής επιλογής που έχιε αποτέλεσμα έναν καπετάνιο-καρικατούρα, όπου η τσιτατολογία του αποδιδόμενη σαν ρεαλιστικός λόγος γίνεται κωμικό σχόλιο. Αν αυτό αποτελούσε σκηνοθετική τακτική δεν θα ήταν πρόβλημα. Κάθε άλλο. Θα ζωντάνευε την ταινία και τους χαρακτήρες. (Για υποδειγματική τέτοια χρήση της παρωδίας δείτε το Άδωξοι Μπάσταρδη.) Το πρόβλημα είναι ότι ακριβώς η παρωδία προκύπτει σαν σύμπτωμα του υπερ-ρεαλισμού (ξανά) και της υπερ-τραγικότητας της κατασκευής της ταινίας – και φυσικά σαν επιβεβαίωση της αποτυχίας τους.
Σαν ‘συγχρονικότητα’ γιατί η αυτοκτονία δεν συνάδει με την μνήμη του εμφυλίου, ακόμη και στην εθνικιστική αφήγηση, αλλά περισσότερο είναι αναφορά στην πτώση των Ανατολικών καθεστώτων είκοσι χρόνια πριν (1989). Κι εδώ είναι που ο ρεαλισμός εμποδίζει την μεταφορά χρονικών στιγμών στην αφήγηση, αποκαλύπτοντας τις πηγές μνήμης και ιδεολογικού περιβάλλοντος που αντανακλά. Αντίστοιχα και η θαυμάσια σκηνή του βομβαρδισμένου από ναπάλμ τοπίου - ίσως η καλύτερη της ταινίας λόγω ρυθμού κάμερας και παρά τον φτωχό ρεαλισμό της (σαν πιστότητα αναπαράστασης) – είναι βγαλμένη από τις εικόνες του CNN και άλλων δυτικών δικτύων από την πρώτη (κυρίως, 1991) εισβολή στο Ιράκ. Όπως και ο αντι-αμερικανισμός της ταινίας είναι αυτός ο αγοραίος αντι-αμερικανισμός (επιβεβαίωση της ‘αμερικάνικης’ θετικιστικής/πραγματιστικής σκέψης) της μετά του ‘τέλους της ιστορίας’ εποχής, που στο έδαφος του ενώνονται από (μετα-)φασίστες και παπαδαριό μέχρι ορθόδοξοι ‘κομμουνιστές’.

Υ.Γ. 4 Η χρήση νέων παιδιών, που λόγω της αθωότητας τους μπορούν να μιλάνε την αλήθεια, αποτελεί μία συνήθη κινηματογραφική τακτική για να πει κανείς πράγματα σε συνθήκες που δεν επιτρέπονται (sic. στην συγκεκριμένη περίπτωση). Εδώ όμως επιβεβαιώνει την αντιμετώπιση του Βούλγαρη του ελληνικού λαού σαν αθώο παιδί κυριολεκτικά, και είναι ο ίδιος ο ρεαλισμός του (σαν αποτυχία) που ακυρώνει την παραπάνω μεταφορική χρήση νεαρών ηρώων, ξεγυμνώνοντας την κατασκευή του σκηνοθέτη και του σεναριογράφου (Καρυστιάνη).

Υ.Γ.5 Αν όλα αυτά ακούγονται αρκετά επικριτικά αυτό δε σημαίνει ότι η ταινία στερείται αρετές. Η πιο βασική, το ότι δηλαδή λειτουργώντας σαν καθρέπτης και λογικό αποτέλεσμα μιας συμβιβαστικής θέασης του αντάρτικου και μιας ‘αριστερής’ κουλτούρας θυματοποίησης/αγιοποίησης, θέτει την αριστερά κατά μέτωπο με τη διαχείριση της μνήμης και της ιστορίας της έχει ήδη αναφερθεί. Σε αυτό το επίπεδο η ταινία αποτελεί μία ομολογία της αδυναμίας της κυρίαρχης στην αριστερά κουλτούρας να υποστηρίξει το αντάρτικο, όσο και αν η τελευταία (κύρια ΚΚΕ) βροντοφωνάζει ακριβώς γιατί αναγνωρίζει μέσα στην ταινία τον εαυτό της, και δεν της αρέσει.
Μέσα στον υπερ-ιστορικό ουμανισμό του ο Βούλγαρης παίρνει καθαρά το μέρος των ανταρτών, και αυτό γίνεται με δύο τρόπους. Πρώτον αναπαριστώντας τους με θετικότερο πρόσημο από ότι τον εθνικό στρατό και δεύτερον δικαιώνοντας ηθικά τον αγώνα τους κόντρα στους Αμερικάνους με τη σκηνή των ναπάλμ. [Ένα σημείο εδώ είναι επίσης ότι ο πόλεμος και η ήττα εμφανίζονται σαν αποτέλεσμα στρατιωτικής υπεροχής και όχι πολιτικής, με την τελευταία να εξαντλείται στην στρατιωτική βοήθεια, ή μη, των Σοβιετικών.]
Η συμπαθητική αναπαράσταση φαντάρων και αξιωματικών του τελευταίου δεν λείπει, αλλά εντάσσεται στην γενικότερη εξιλεωτική ματιά της ταινίας που θέλει τον θεατή να ταυτιστεί και με το δικό τους ‘δράμα’. Εκεί όμως που είναι εμφανής η διαφορά είναι στην ανάδειξη της διαφοράς κουλτούρας ανάμεσα στα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Παρά το ότι η έμφαση βρίσκεται στον ιδεαλισμό και τη θυσία των ανταρτών για απατηλά πιστεύω, δε χωράει αμφιβολία ότι τους αναγνωρίζεται μία άλλη στόφα ανθρώπου σε σχέση με τους αντιπάλους τους. Η σκηνή ανταλλαγής βρισιών είναι ένα πολύ καλό δείγμα αυτής της εμφανούς διαφοράς. Πρωταγωνιστικό ρόλο στην διαφοροποίηση αυτή παίζει και η ανάδειξη του σημαντικού ρόλου των γυναικών στον ΔΣΕ από την ταινία. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω του κεντρικού ρόλου της Γιαννούλας (από τις καλύτερες παρουσίες, αν όχι ο καλύτερα δομημένος ρόλος, της ταινίας - που μάλλον οφείλεται στην γυναικεία ματιά της Καρυστιάνη) αλλά και των νεαρότερων κοριτσιών, παρά το γεγονός ότι αποτελούσαν απαραίτητα συστατικά για να χτιστεί και το αναγκαίο ‘λαβ στόρυ’ (ακόμη και η αντιπαράθεση του μοναρχοφασίστα αξιωματικού με τη Γιαννούλα που έχει πάρει προσωπικό χαρακτήρα αποτελεί μία λανθάνουσα μορφή ερωτικής έλξης) που όμως το σενάριο και η ταινία χειρίζονται με προσοχή.
Αυτή η διαφοροποίηση του ΔΣΕ από έναν κλασσικά ανδροκρατικό στρατό, είναι ένα μόνο από τα στοιχεία ανάδειξης του ‘πολιτιστικά συγκεκριμένου’ περιβάλλοντος της ταινίας, που αναδεικνύει μία άλλου τύπου ‘ακρίβεια’ στην αναπαράσταση της ιστορίας, πέρα από το αν συνέβει έτσι, τότε, εκεί κλπ. που είναι μη σχετικά μεγέθη στην κρίση της δημιουργικής ανασύνθεσης/απεικόνισης ιστορικών γεγονότων. Σε αυτή τη διάσταση εντάσσεται και η διαφοροποίηση ανάμεσα στα ρεμπέτικα τραγούδιαπου τραγουδάνε οι κύρια Νοτιοελλαδίτες και παιδιά της πόλης του εθνικού στρατού σε αντιπαράθεση με τα (μη εξελληνισμένα ακόμη) ντόπια (σλαοβομακεδόνικα) τραγούδια στο γλέντι των ανταρτών. Παρεπιμπτώντος ο Βούλγαρης θέλωνατς να τονίσει την ελληνικότητα και των δύο πλευρών αναπαράγει μοντέλα ένοπλων συγκρούσεων της προ-βιομηχανικής εποχής. Και η ανταλλαγή αθυροστομιών όπως και τα γλέντια πριν ή ανάμεσα στη μάχη παραπέμπουν στην παράδοση των κλεφτών και αρματολών και της επανάστασης του ’21.
Τέλος το αμφίβολο τελικό ερώτημα της νεαρής αντάρτισσας που έχει επιβιώσει την κόλαση των ναπάλμ: «άραγε εμείς νικήσαμε?» ξανα-ανοίγει το ερώτημα του πως χτίστηκε η σημερινή σύγχρονη/μοντέρνα Ελλάδα πάνω στο νεκρό τοπίο των ναπάλμ, συνδέοντας την ιστορική της εμπειρία ξανά με το πως σήμερα οι Αμερικάνοι και οι πρόθυμοι (ντόπιοι και ξένοι, ή καλύτερα εθνικοί και διεθνείς) ‘χτίζουν’ το Ιράκ, το Αφγανιστάν...
Χρίστος Γιοβανόπουλος

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

Εθνική Βιβλιοθήκη & Εθνική Λυρική Σκηνή από το niarchos$$$$$$$

Διαβάσαμε στο βαθύ κόκκινο ένα αποκαλυπτικό κείμενο (από την εφημερίδα κόντρα) σχετικά με τη σύμβαση του ελληνικού δημοσίου με την οικογένεια Νιάρχου. Θέρμά συγχαρητήρια στην ΝΔ φυσικά, στο ΠΑΣΟΚ (ιδιαίτερα στη Μαρία Δαμανάκη), στο ΛΑΟΣ και στην Ελένη Φιλίνη!

Αποικιοκρατικά δικαιώματα στην οικογένεια Νιάρχου

Με τις ψήφους ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΛΑΟΣ

Τους παραδίδουν Εθνική Βιβλιοθήκη και Εθνική Λυρική Σκηνή

Στις 23 Ιούλη, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΛΑΟΣ επικύρωσαν ατόφια στη βουλή την αποικιοκρατική σύμβαση του ελληνικού δημοσίου με την οικογένεια Νιάρχου, με την οποία μπαίνει κάτω από τη σκέπη της η Εθνική Βιβλιοθήκη και η Εθνική Λυρική Σκηνή.

Δεν έγιναν σοβαρές αλλαγές κατά τη συζήτηση στη Βουλή της σύμβασης, γιατί κυβέρνηση και Ιδρυμα Νιάρχου είχαν φροντίσει να περιληφθούν σ’ αυτή όροι, σύμφωνα με τους οποίους απαγορεύονται τροποποιήσεις στις βασικές διατάξεις της σύμβασης. Η μη τήρηση αυτών των απαγορεύσεων, τόσο κατά την ψήφιση της σύμβασης όσο και κατά την εφαρμογή της, θα ήταν αιτία πολέμου και αποχώρησης της οικογένειας από τον Οργανισμό, που είναι εταιρία ειδικού σκοπού, την οποία κουμαντάρει το «Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος».

Και μόνο αυτή η ιταμή αξίωση, που ξεφτιλίζει το αστικό κοινοβούλιο, μέσω του οποίου υποτίθεται ότι κυβερνά ο λαός, αρκεί για να καταδείξει το λακεδισμό των αστών πολιτικών έναντι των μεγάλων καπιταλιστικών ομίλων. Σημειώνουμε ότι, αν υπάρξει αποχώρηση της οικογένειας απ’ αυτόν τον Οργανισμό, δημιουργείται υποχρέωση του ελληνικού δημοσίου να επιστρέψει σ’ αυτή και σε διάστημα τριών μηνών όλη την δαπάνη της για την κατασκευή του «Κέντρου Πολιτισμού»!

Είναι τέτοιος ο λακεδισμός των τριών αυτών αστικών κομμάτων προς την οικογένεια Νιάρχου (ιδιαίτερα της ΝΔ που υπέγραψε, αρχικά, την αποικιοκρατική σύμβαση), που έφτασαν στο σημείο να συμπεριλάβουν την απροκάλυπτα αποικιοκρατική διακήρυξη των σκοπών του «Κοινωφελούς Ιδρύματος Σταύρου Σ. Νιάρχου» (άρθρο 2 παράγραφος 2 της σύμβασης).

Αξίζει να την παραθέσουμε μιας και… περιποιεί ιδιαίτερη τιμή στα αστικά κόμματα: «Το Ιδρυμα φιλοδοξεί το Κ.Π., (σ.σ. Κέντρο Πολιτισμού) να αντανακλά στο σύνολό του τις βασικές αρχές της πολυετούς φιλανθρωπικής του δράσης. Το Ιδρυμα θα υλοποιήσει το Κ.Π. κατά την ανέλεγκτη κρίση του… ώστε το Κ.Π. να αποτελέσει ένα δυναμικό νέο χώρο μάθησης πολιτιστικής ανάπτυξης και προσφοράς εναλλακτικών δραστηριοτήτων». Κυνική η δήλωση της οικογένειας Νιάρχου και εξίσου κυνική η λακεδίστικη αποδοχή της από τα τρία αστικά κόμματα και το συγκρότημα Λαμπράκη, που δεν ήγειρε την παραμικρή ένσταση (λόγω Μεγάρου Μουσικής)!

Τα τρία αστικά κόμματα χαρακτήρισαν ευεργέτη την οικογένεια Σ. Νιάρχου γιατί θα βάλει 450 εκατ. ευρώ για την κατασκευή του Κ.Π. Η ΝΔ ψεύ-δεται λέγοντας ότι το «Ιδρυμα» θα αποχωρήσει μετά την κατασκευή του Κ.Π. Γιατί σύμφωνα με την επικυρωθείσα σύμβαση, με το καταστατικό της εταιρίας που θα εποπτεύει το Κ.Π. και με άλλα επικυρωμένα έγγραφα, το «Ιδρυμα» και μετά την παράδοση των μετοχών της εταιρίας έχει πολλά αποκλειστικά προνόμια, που βάζουν τη σφραγίδα τους στην πολιτική της εταιρίας. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά:

- Δεν μπορεί ν’ αλλάξει ούτε ένα «και» από τα άρθρα του καταστατικού της εταιρίας, χωρίς τη συναίνεση της οικογένειας Νιάρχου.

- Κατά την περίοδο της λεγόμενης διαχείρισης του Κ.Π., (δηλαδή την περίοδο που το «Ιδρυμα» παραδίνει τις μετοχές του στο ελληνικό δημόσιο), η οικογένεια έχει το δικαίωμα να παίρνει και να ελέγχει τα βιβλία της εταιρίας!

- Για ν’ αλλάξει η επωνυμία της εταιρίας ή για να σταματήσει η εταιρία τη λειτουργία της απαιτείται προηγούμενη συναίνεση της οικογένειας.

- Κατά την περίοδο που θα λειτουργεί το Κ.Π. το ελληνικό δημόσιο θα έχει το δικαίωμα να προτείνει μέχρι τρία από τα επτά μέλη του ΔΣ ως εκπροσώπους της Εθνικής Βιβλιοθήκης και της Λυρικής Σκηνής. Εμμέσως πλην σαφώς (αφού δεν γίνεται καμία αναφορά είτε στη σύμβαση είτε στο καταστατικό της εταιρίας και δεδομένου ότι και το ελληνικό δημόσιο δεν έχει το δικαίωμα να τροποποιεί μονομερώς το καταστατικό) τα τέσσερα υπόλοιπα μέλη που θα προτείνει το ελληνικό δημόσιο θα είναι συμφερόντων της οικογένειας Νιάρχου!

- Υπάρχει πλήρης φορολογική απαλλαγή για όλες τις δραστηριότητες της εταιρίας, πλην του ΦΠΑ.

- Το Ιδρυμα έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί απεριόριστα όλες τις εγκαταστάσεις του Κ.Π. και να μην καταβάλλει δραχμή στην εταιρία. Σε περίπτωση που εισπράττει έσοδα για τις δραστηριότητες αυτές, τα έσοδα αυτά πηγαίνουν στην εταιρία. Σ’ αυτή την περίπτωση, το όφελος είναι πάλι της οικογένειας, μια κι αυτή θα διαχειρίζεται τόσο την εταιρία όσο και τα οικονομικά της.

- Το Ιδρυμα έχει το αποκλειστικό προνόμιο να καθορίζει τους γενικούς όρους συντήρησης και τον κανονισμό λειτουργίας του «Κέντρου Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος». Δηλαδή, και τον κανονισμό λειτουργίας της Εθνικής Βιβλιοθήκης και της Εθνικής Λυρικής Σκηνής!

- Η οικογένεια δεν αρκέστηκε στο ότι το «Κέντρο Πολιτισμού» θα φέρει μόνιμα το όνομα του Σταύρου Νιάρχου. Απαίτησε και πέτυχε να φέρουν το όνομά του τόσο η κεντρική αίθουσα ανάγνωσης της Βιβλιοθήκης, όσο και η κεντρική σκηνή της Λυρικής! Ακόμη, απαίτησε και πέτυχε να μπει διάταξη στη σύμβαση με την οποία η οικογένεια έχει το δικαίωμα να βάλει τρεις προτομές του «μεγάλου ευεργέτη Σ. Νιάρχου»!

- Η Εθνική Βιβλιοθήκη και η Εθνική Λυρική Σκηνή θα πληρώνουν νταβατζιλίκι στην εταιρία, τόσο για την χρήση των εγκαταστάσεών τους όσο και για τη συντήρησή τους.

- Τέλος, η «ευεργέτιδα οικογένεια», όπως προαναφέραμε, έχει το δικαίωμα αποχώρησης από την εταιρία, με τη «λύση της σύμβασης» και την απαίτηση από το ελληνικό δημόσιο να δώσει όλα τα ποσά που δαπάνησε για την κατασκευή του «Κέντρου Πολιτισμού».

ΥΓ: Δυστυχώς, ο χώρος δεν επιτρέπει να αναφερθούμε αναλυτικά στο διαγωνισμό λακεδισμού στον οποίο επιδόθηκαν οι εκπρόσωποι όλων των αστικών κομμάτων, που προσκυνούσαν από το βήμα της Βουλής τη μεγαλοεφοπλιστική οικογένεια. Σημειώνουμε μόνο την αγωνιώδη προσπάθεια της τομεάρχισσας του ΠΑΣΟΚ Μαρίας Δαμανάκη, που οχτώ φορές μέσα σε ελάχιστα λεπτά της ώρας επανέλαβε τη φράση «το δημόσιο συμφέρον εξασφαλίζεται». Σαν ηθοποιός που κάνει πρόβα σε μια φράση που του φαίνεται εντελώς ψεύτικη. Τέλος, σημειώνουμε τη διαφοροποίηση της βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Αννας Φιλίνη (που ξεκίνησε επί δικτατορίας από το ΕΚΚΕ) και τάχθηκε θερμά υπέρ της σύμβασης.

Πηγή: Εφημερίδα "ΚΟΝΤΡΑ"

linkwithin

Related Posts with Thumbnails